Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Πολύτιμοί & Ημιπολύτιμοι λίθοι

Πολύτιμοί & Ημιπολύτιμοι λίθοι
Χαλαζίας Ροζ ( Rose Quartz )
  Μπορεί να τον συναντήσουμε με την ονομασία ροδόχρωμος χαλαζίας ή ροζ κουάρτζ. Το ροζ χρώμα στο ροζ κουάρτζ δημιουργείται από τις προσμίξεις τιτανίου, σιδήρου, και μαγνησίου που υπάρχουν στη μάζα του χαλαζία.
  Οι μεγαλύτερες ποσότητες ροζ κουάρτζ δεν έχουν ικανοποιητική διαύγεια και χρώμα για να χρησιμοποιηθούν στην κοσμηματοποιία. Συνήθως το ρόζ  κουάρτζ κόβεται σε κοπή καμπουσόν. Εξορύσσεται στη Μαδαγασκάρη, στην Ινδία στο Αφγανιστάν στη Γερμανία, στις Η.Π.Α. και στη Βραζιλία.

                                                                 





Τιρκουάζ
   Είναι ένα γαλαζοπράσινο αδιάφανο ορυκτό. Οι Γάλλοι το ονόμαζαν turquoise και οι Βενετσιάνοι turchesa που  σημαίνει «από την Τουρκία», γιατί οι Ευρωπαίοι έμποροι του μεσαίωνα  αγόραζαν το τιρκουάζ στα Τούρκικα παζάρια, όπου είχε φτάσει από την Περσία. Είναι σπάνιο και περιζήτητο υλικό. Όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί το έχουν χρησιμοποιήσει  για χάραξη, για φυλαχτό, για κοσμήματα. Η νεκρική μάσκα  στον τάφο του φαραώ Τουταγχαμών στην Αίγυπτό ήταν από τιρκουάζ ,όπως και δαχτυλίδια που βρέθηκαν στον τάφο του. Οι Αζτέκοι χρησιμοποιούσαν τιρκουάζ και άλλους πολύτιμους λίθους μαζί με χρυσό, για να φτιάξουν ένα είδος μωσαϊκού, που διακοσμούσαν μαχαίρια, ασπίδες, μάσκες, κ.λ.π Μέχρι σήμερα τα παραδοσιακά κοσμήματα των Ινδιάνων της Αμερικής  έχουν σαν βάση το τιρκουάζ. . Οι λαοί της Μεσοποταμίας, οι λαοί στην κοιλάδα του Ινδού ποταμού, και οι Κινέζοι, γνώριζαν  επίσης και χρησιμοποιούσαν το τιρκουάζ. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστός σαν  καλλαίτης ή καλλαίς λίθος. Στον  Πλίνιο συναντάμε το όνομα callaina ή «καλός λίθος».
 Ο χημικός τύπος είναι CuAl6(PO4)4(OH)8·4H2O έχει σκληρότητα 5,5 και ειδικό βάρος 2.8.  Στην Περσία υπάρχουν ορυχεία τιρκουάζ που είναι σε λειτουργία για  πάνω από 2000 χρόνια, και παράγουν μέχρι σήμερα την καλύτερη ποιότητα τιρκουάζ παγκοσμίως. . Άλλο ορυχείο στην χερσόνησο του Σινά λειτουργούσε από το 3000 π.Χ. μέχρι πριν λίγα χρόνια.  Στις Η.Π.Α.  υπάρχουν πολλές περιοχές που υπάρχουν κοιτάσματα τιρκουάζ, Νεβάδα, Αριζόνα Νέο Μεξικό κ.λ.π. Οι Η.Π.Α. και η Κίνα είναι οι μεγαλύτερες παραγωγοί χώρες.  Σε μία περιοχή μόνο στον κόσμο υπάρχει μία σπανιότατη ημιδιάφανη ποιότητα τρκουάζ, στη Βιρτζίνια των Η.Π.Α. 
 Πολύ μεγάλη ζήτηση για τιρκουάζ υπήρχε την δεκαετία του 1960. Μετά από μία κάμψη που πέρασε η ζήτηση του τα επόμενα χρόνια, τελευταία επανήλθε στην κατηγορία των περιζήτητων πετρών. Λόγω της μεγάλης του ζήτησης έχουν γίνει πολλές απομιμήσεις τιρκουάζ. Η πιο συνηθισμένη είναι από βαμμένο χαουλίτη. Υπάρχει ακόμη στην αγορά συνθετικό τιρκουάζ και μία ποιότητα που ονομάζεται ανασυντεθημένο ή πάστα.
   Το τιρκουάζ είναι ένα ορυκτό πορώδες, που δεν έχει μεγάλη σταθερότητα. Κατά την έκθεσή του στο φως, και κατά την επαφή του με τον ατμοσφαιρικό αέρα, με σπρέι κ.λ.π., έχει την τάση να αλλάζει το χρώμα του. Για να παραμείνει σταθερό, συχνά το καλύπτουν επιφανειακά, με ένα ειδικό βερνίκι.Η επεξεργασία αυτή του τιρκουάζ θεωρείται αποδεκτή.  Ως προς την δημιουργία του το τιρκουάζ είναι ένα δευτερογενές ορυκτό, που σημαίνει ότι δημιουργείται από την αλληλεπίδραση προυπαρχόντων ορυκτών.

                                                                          

Καπνιάς ( Smoky quartz )
  Είναι μία συνήθως διάφανη ποιότητα χαλαζία σε χρώμα καφέ. Το χρώμα του οφείλεται σε ελεύθερα ιόντα πυριτίου, που δημιουργούνται από έκθεση του σε ακτινοβολία. Συνήθως κόβεται ταγέ (με έδρες), και η ζήτηση του οφείλεται στην μικρή προσφορά διάφανων πετρών σε καφέ χρώμα. Η μεγάλη ποσότητα εξορύσσεται στη Βραζιλία, και μικρότερες στις Η.Π.Α., και Ελβετία. Η πολύ σκουρόχρωμη ποιότητα καπνία έχει την ονομασία : μόριον (morion).

                                                      

Ίασπις
  Είναι μία αδιάφανη ποικιλία χαλκηδόνιου, σε αποχρώσεις κίτρινο-κόκκινο –καφέ .Το χρώμα αυτό οφείλεται σε διάφορα οξείδια του σιδήρου. Συχνά εμφανίζει ραβδώσεις ή στίγματα.
  Η λέξη ίασπις είναι Ελληνική, αναφέρεται στον Θεόφραστο και στην Βίβλο. Το ενδιαφέρον σε αυτό το ορυκτό είναι τα νερά και οι ραβδώσεις που υπάρχουν στην επιφάνειά του, δημιουργούν ενίοτε εντυπωσιακά σχήματα που θυμίζουν ψυχεδελικούς πίνακες .Τα σχήματα αυτά ομαδοποιούνται, και οι μελετητές έχουν δώσει στις αντίστοιχες πέτρες, διάφορα ποιητικά ονόματα: Ocean Jasper (Ωκεανός), Biggs Jasper (κριθάρι), Poppy Jasper (παπαρούνα), Butte Jasper (βουναλάκι) κ.λ.π.
  Μία ποικιλία ίασπη, έχει την ονομασία ηλιοτρόπιο (heliotrope), αλλά την συναντάμε και με το όνομα αιματόλιθος(bloodstone). Εν αντιθέσει με τις άλλες ποικιλίες ίασπη, που βαφτίστηκαν τα τελευταία χρόνια, το ηλιοτρόπιο είναι γνωστό και με τις δύο ονομασίες του, ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια. Για την ονομασία του, ο θρύλος έλεγε ότι τα κόκκινα στίγματα στην επιφάνεια της πέτρας, προέρχονται από το αίμα του Χριστό που έπεσε με τα την σταύρωσή του πάνω στην πέτρα. Γι αυτό και την χρησιμοποιούσαν για να χαράζουν σκηνές από την σταύρωση του Χριστού, και σκηνές από το μαρτύριο αγίων. Σήμερα στην Ινδία, κύρια χώρα εξόρυξης του ηλιοτρόπιου, η σκόνη του θεωρείται αφροδισιακή ουσία.

                                                                               

Αιματίτης
  Είναι ένα ορυκτό, που ως προς την χημική του σύσταση είναι οξείδιο του σιδήρου. Το όνομα του έχει Ελληνική προέλευση, και οφείλεται στο χρώμα του. Όχι όμως στο χρώμα του ορυκτού, το οποίο είναι γκρι σκούρο, αλλά στο χρώμα της γραμμής σκόνης (της σκόνης όταν τριφτεί), η οποία είναι κόκκινη, έχει δηλαδή το χρώμα του αίματος. Ο αιματίτης είναι ένα αδιάφανο ορυκτό, έχει μεταλλική λάμψη, και χρώμα γκρι - ασημί έως μαύρο. Η σκληρότητα του είναι 6,5 και το ειδικό βάρος 5,05. Έχει χρησιμοποιηθεί στην κοσμηματοποιία ήδη από το 3000 π.Χ.
  Οι Αιγύπτιοι σκάλιζαν σκαραβαίους πάνω σε αιματίτη, τον γνώριζαν επίσης οι Κρήτες οι Μυκηναίοι, και οι αρχαίοι Έλληνες. Σήμερα κατασκευάζονται με αυτόν καμπουσόν πέτρες,  και εντυπωσιακές γυαλιστερές χάντρες. Ο αιματίτης είναι ένα τυπικό ορυκτό που συναντάται στα ορυχεία σιδήρου, και υπάρχει σε πολλές περιοχές του πλανήτη. Είναι πιο σκληρός από τον σίδηρο, αλλά και πιο εύθραυστος από αυτόν. Μία παραλλαγή αιματίτη λέγεται Tiger Iron, και είναι επάλληλα στρώματα αιματίτη και ίασπη, ή και μάτι της τίγρης.

                                                                       

Αζουρίτης
  Είναι ένα ορυκτό με βάση τον Χαλκό. Χημικά είναι Cu3(CO3)2(OH)2. Είναι αδιάφανο. Έχει σκληρότητα 3.5-4 και ειδικό βάρος 3.8. Παρά την χαμηλή του σκληρότητα χρησιμοποιείται συχνά στην κοσμηματοποιία, γιατί έχει ένα εντυπωσιακό μπλε χρώμα. Στα κοσμήματα συνήθως  χρησιμοποιείται με κοπή καμπουσόν. Σκόνη αζουρίτη χρησιμοποιείται σαν χρωστική για πολυτελή υφάσματα. Πριν εφευρεθούν τα συνθετικά χρώματα, η σκόνη αζουρίτη όπως και σκόνες άλλων πετρωμάτων ήταν οι βασικές χρωστικές για την ζωγραφική, το βαψιμο κτηρίων κ.λ.π.
  Πολύ συχνά εξορύσσεται μαζί με μαλαχίτη με αποτέλεσμα να παίρνουμε εντυπωσιακές μπλε-πράσινες πέτρες.

  Ο αζουρίτης όπως και πολλά άλλα υλικά συχνά τον καλύπτουν με ένα ειδικό βερνίκι, για να αποφευχθεί το ξεφλούδισμα, αλλά κυρίως για ενίσχυση του χρώματος. Σήμερα υπάρχουν κοιτάσματα αζουρίτη στην Αυστραλία, νοτιοδυτικές Η.Π.Α., Μεξικό, Μαρόκο, Ζαΐρ.

                                                                       

Αβεντουρίνη
  Είναι μία ημιδιάφανη ποικιλία χαλαζία, που τη συναντάμε συνήθως σε πράσινο χρώμα, και σπανιότερα σε κοκκινωπό. Η αβεντουρίνη παρουσιάζει στην επιφάνεια έναν ενδιαφέροντα ιριδισμό που δημιουργείται από λαμπυρίζοντες κόκκους. Στην περίπτωση του πράσινου χαλαζία, το λαμπύρισμα οφείλεται σε διάσπαρτα έγκλειστα κομματάκια χρωμιούχου μαρμαρυγίας (μίκα), ενώ στην περίπτωση του κόκκινου, τα έγκλειστα είναι αιματίτης. Το ενδιαφέρον αυτό οπτικό φαινόμενο έχει την ονομασία aventurscence.
 Το όνομα  του ορυκτού προέρχεται από το ιταλικό «a ventura” που θα πει κατά τύχη (και όχι από την λέξη adventure). Οι μεγαλύτερες ποσότητες αβεντουρίνης εξορύσσονται στην Ινδία, Χιλή Ρωσία κ.λ.π.

                                                                                          
Μαργαριτάρι
Χρώμα
 
  Τα μαργαριτάρια έρχονται σε μια μεγάλη γκάμα χρωματισμών και αποχρώσεων. Μερικά από αυτά χρωματίζονται για να ταιριάζουν σε συγκεκριμένες fashion συνθέσεις . Τα φυσικά χρώματα είναι άσπρο, ασημί, κρεμ, ροζ, λιλά, χρυσό. Άλλα φυσικά χρώματα είναι το μαύρο και το πρασινωπό μαύρο των μαργαριταριών Ταϊτής τα οποία προέρχονται απο το μαλάκιο Pinctada margaritifera. Το γεμολογικό ινστιτούτο Αμερικής πιστοποιεί μία κλίμακα με 19 χρωματικούς τύπους μαργαριταριών και στην συνέχεια 19 αποχρώσεις από το άσπρο στο γκρί και στην συνέχεια μέχρι το μαύρο.  

Σχήμα


  Το σχήμα είναι μία από τις αρχές που καθορίζουν την αξία ενός μαργαριταριού. Γενικά ισχύει ότι ένα όσο πιο στρογγυλό είναι ένα μαργαριτάρι τόσο μεγαλύτερη είναι η αξία του. Τα μαργαριτάρια έχουν μία μεγάλη γκάμα σχημάτων κάθε ένα μπορεί να προσδιοριστεί μοναδικά. Τα mabe, baroque και στρογγυλού τύπου σχήματα έχουν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος στην αγορά λόγω του χαμηλού κόστους και της εύκολης παραγωγής τους.

  Ένα στρογγυλό μαργαριτάρι (Α) είναι απόλυτα συμμετρικό και θα πρέπει να κυλάει πάνω σε μία ευθεία αν αυτό αφεθεί πάνω σε μία κεκλιμένη λεία επιφάνεια. Ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό από την παραγωγή μαργαριταριών καταλήγει να έχει ένα απόλυτα συμμετρικό στρογγυλό σχήμα. Αυτό συμβαίνει διότι το σχήμα τους εξαρτάται από ένα μεγάλο αριθμό παραγόντων που συμβαίνουν μέσα στο όστρακο όσο το μαργαριτάρι δημιουργείται.

  Συνήθως το μαργαριτάρι έχει το ίδιο σχήμα με τον πυρήνα του. Ο πυρήνας είναι το ερέθισμα το οποίο τοποθετήθηκε μέσα στο όστρακο για να ξεκινήσει ο σχηματισμός του μαργαριταριού. Αν ο πυρήνας δεν είναι απόλυτα σφαιρικό το μαργαριτάρι που θα προκύψει είναι πολύ πιθανό να παρουσιάζει ανωμαλίες. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και το σημείο στο οποίο τοποθετείται το ερέθισμα μέσα στο όστρακο. Αν αυτό είναι κοντά στο κέλυφος του θα είναι πιο επίπεδο σε αυτή την πλευρά του.

  Υπάρχουν πολλές ορολογίες για να περιγράψουν το σχήμα ενός μαργαριταριού οι οποίες είναι εμφανείς μόνο σε ένα έμπειρο μάτι. Οι παράκατω περιγραφές αναφέρονται σε ένα στρογγυλού τύπου μαργαριτάρι. Σχεδόν στρογγυλό (B)
  • Στρογγυλού τύπου (Γ)
  Άλλες ορολογίες υπάρχουν για να περιγράψουν μαργαριτάρια που δεν είανι στρογγυλού τύπου. Ωοειδές σχήματος (Δ) 
  • Οβάλ σχήματος (E)
  Οι παραπάνω ίσως μπορούσαμε να τις κατατάξουμε στην κατηγορία semi-baroque.
  • Semi-baroque (Ζ)
  Baroque είναι μία γενική ορολογία για τα μαργαριτάρια τα οποία παρουσιάζουν ένα μεγάλο βαθμό ασυμμετρίας. Το σχήμα αυτών είναι αφηρημένο και μπορεί να θυμίζει ένα ραβδί ή ακόμα ένα σταυρό. Μερικά baroque μαργαριτάρια παρουσιάζουν κυματιστές επιφάνειες ή δακτύλιους που τα περικλύουν.

Στιλπνότητα / Ποιότητα μάργαρου

  Ένα λαμπρό baroque μαργαριτάρι είναι πιθανόν περισσότερο ελκυστικό από ένα γαλακτώδες μαργαριτάρι. Η λαμπρότητα είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία ενός μαργαριταριού τόσο στον διαχωρισμό τους όσο και στην κοστολόγηση. Η ποιότητα του μάργαρου δίνει την λαμπρότητα στο μαργαριτάρι.
  • Mάργαρος κακής ποιότητας: Η επιφάνεια του μαργαριταριού είναι ανάγλυφη και γαλακτώδης
  • Mάργαρος καλής ποιότητας: Η επιφάνεια του μαργαριταριού ανακλά το φως και εμφανίζει αντανακλάσεις.
  Η ποιότητα και η λαμπρότητα της εξωτερικής επιφάνειας ενός μαργαριταριού εξαρτάται από την φροντίδα που δίνεται στο όστρακο στις πρώιμες φάσεις ανάπτυξης του. Όσο πιο καθαρό και υγιές είναι το στρείδι τόσο τόσο πιο λαμπρό θα είναι το μαργαριτάρι. Για να ελένξετε την ποιότητα του μαργαριταριού εκθέστε το σε ένα παράθυρο πάνω σε ένα άσπρο χαρτί ή ύφασμα, χωρίς αυτό να έρχεται σε άμεση έκθεση στο ηλιακό φώς. Παρατηρήστε το καθρεφτισμό του. Όσο πιο καλοσχηματισμένο είναι το είδωλο του παράθυρου τόσο πιο λαμπρό και υγιές είναι το μαργαριτάρι.

Επιφάνεια

  Η επιφάνεια του μαργαριταριού παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση των μαργαριταριών. Γενικά, όσα λιγότερα στίγματα έχει η επιφάνεια ενός μαργαριταριού τόσο μεγαλύτερη η αξία του. Όταν λέμε στίγματα εννοούμε σε ανωμαλίες τις επιφάνειας, σημάδια και ατέλειες. Αυτά τα χαρακτηριστικά δίνουν σε κάθε παρτίδα ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό αναγνώρισης. Το να βρεθούν μαργαριτάρια χωρίς στίγματα είναι σχεδόν απίθανο και το ποσό εκτίμησης αυτών θα είναι πιθανόν αστονομικό. Ο τρόπος ανάπτυξης και δημιουργίας των μαργαριταριών είναι οργανικός όπως και το ανθρώπινο σώμα. Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν δύο όμοια μαργαριτάρια. Μικρά στίγματα πάνω στην επιφάνεια του μαργαριτάριου είναι αναπόφευκτα, ωστόσο, κάθε σοβαρή ζημία όπως σχισμές, ραζίσματα στον μάργαρο είναι καλό να αποφεύγονται διότι επηρεάζουν στην μακροζωία και την αξία του. Όταν γίνετε εκτίμηση των μαργαριταριών αναλύστε κάθε ένα μαργαριτάρι ξεχωριστά κοιτώντας προσεκτικά όλη την επιφάνεια.

Μέγεθος

  Γενικά ισχύει ότι το όσο μεγαλύτερο είναι ένα μαργαριτάρι τόσο μεγαλύτερη είναι η αξία του. Τα μαργαριτάρια μεγάλου μεγέθους όχι μόνο απαιτούν μεγαλύτερα όστρακα για να αναπτυχθούν αλλά πολύ περισσότερο χρόνο για να δημιουργηθούν. Ένα μεσαίου μεγέθους μαργαριτάρι μπορεί να χρειαστεί 2 με τρία χρόνια για να αναπτυχθεί. Πολύ μεγαλύτερα μαργαριτάρια ενδέχεται να χρειαστούν το διπλάσιο χρόνο για να μεγαλώσουν. Επίσης είναι πολύ δύσκολο να διατηρήσουν ένα απόλυτα σφαιρικό σχήμα όσο αυτά μεγαλώνουν. Για αυτόν τον λόγο τα μεγάλα και στρογγυλά μαργαριτάρια είναι εξαιρετικά σπάνια και πολύτιμα.
  Το μέγεθος ενός μαργαριταριού μετριέται από την διάμετρο αυτού σε χιλιοστά (mm). Τα μεγέθη μπορούν να είναι από ένα χιλιοστό ή λιγότερο μέχρι και 20 χιλιοστά (ή 3/4 ιντσες) για τα μεγαλύτερα μαύρα μαργαριτάρια Ταϊτής. Το μεγαλύτερο μαύρο μαργαριτάρι που έχει βρεθεί ήταν 25χιλιοστά (ή μία ίντσα) σε διάμετρο.

  Ανάλογα με τις βασικές κατηγορίες των μαργαριταριών τα τυπικά μεγέθη είναι τα εξής:

  • Φυσικού νερού από 3mm εως 12mm
  • Νότιας θάλασσας και Ταϊτής από 8mm εως 18mm ή μεγαλύτερα
  • Akoya από 4mm μέχρι 10mm
  Η ελαστικότητα στο μέγεθος των μαργαριταριών ενός κολιέ είναι ανάλογο της κατηγορίας που αυτά ανήκουν. Τα μαργαριτάρια akoya μπορούν να έχουν μία διαφορά της τάξης του μισού χιλιοστου, τα μαργαριτάρια φρέσκου νερού μπορούν να έχουν μια διαφορά της τάξης του ενός χιλιοστού. Για παράδειγμα τα μαργαριτάρια 8mm μπορούν να μετρηθούν από 7 με 8mm. Τα μαργαριτάρια νότια θάλασσας και τα μαργαριτάρια Ταϊτής μετριούνται πάντα ξεχωριστά. Αν λοιπόν σε ένα κολιέ έχουμε μαργαριτάρια από 8-9mm τότε μπορούμε να λέμε γενικά ότι αποτελείται από μία σειρά από ίδια μαργαριτάρια, ενώ εαν αυτά είναι 8-10mm πρέπει να αναφερόμαστε σε ένα κολιέ που περιέχει μαργαριτάρια με διαβαθμίσεις στο μέγεθος.
  Στο μέγεθος των μαργαριταριών δεν υπάρχει αναλογική κοστολόγηση. Γενικός κανόνας είναι ότι σε μικρού μεγέθους μαργαριτάρια 5-6mm η αύξηση ενός χιλιοστού στην διάμετρο αυξάνουν 5-10% την τιμή αυτών. Ενώ σε μεγαλύτερα μεγέθη άνω των 10mm η αύξηση ενός χιλιοστού μπορεί να αυξήσει από 50 μέχρι 100% την αξία τους.


                                                                                  

Ζιρκόν
  Είναι ένα λαμπερό ορυκτό που εμφανίζεται σε αποχρώσεις κίτρινο- χρυσαφί, κόκκινο, καφέ , πράσινο και συχνά διάφανο. Το όνομα πιθανά προέρχεται από την περσική λέξη zargun που θα πει χρυσαφί. Χημικά είναι ZrSiO4 έχει σκληρότητα 7.5 και ειδικό βάρος 4,3, και κρυσταλλώνεται στο τετραγωνικό κρυσταλλογραφικό σύστημα. Το ζιρκόν επιδέχεται θερμική επεξεργασία για την αλλαγή του χρώματός του. Μία ποικιλία ζιρκόν είναι ο υάκινθος. Το ζιρκόν εξορύσσεται στα Ουράλια όρη, στην Ιταλία, Νορβηγία Σρι Λάνκα, Ινδία κ.λ.π. Αυτό που στην Ελληνική αγορά ονομάζεται ζιρκόν, δεν έχει χημικά απολύτως καμιά σχέση με το ζιρκόν. Πρόκειται για ένα άλλο υλικό, το συνθετικό Cubic Zirconia.
  Στα ορυχεία όπου εξορύσσεται το ζιρκόν, συναντάμε  το ορυκτό ευδιαλύτης (eudialite),  το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγή του ζιρκονίου (Zr). Εσχάτως,  κόκκινα- ροζ κομμάτια ευδιαλύτη, κόβονται σε κοπή  καμπουσόν και χρησιμοποιούνται στην κατασκευή κοσμημάτων.
  Είναι ένα λαμπερό ορυκτό που εμφανίζεται σε αποχρώσεις κίτρινο- χρυσαφί, κόκκινο, καφέ , πράσινο και συχνά διάφανο. Το όνομα πιθανά προέρχεται από την περσική λέξη zargun που θα πει χρυσαφί. Χημικά είναι ZrSiO4 έχει σκληρότητα 7.5 και ειδικό βάρος 4,3, και κρυσταλλώνεται στο τετραγωνικό κρυσταλλογραφικό σύστημα. Το ζιρκόν επιδέχεται θερμική επεξεργασία για την αλλαγή του χρώματός του. Μία ποικιλία ζιρκόν είναι ο υάκινθος. Το ζιρκόν εξορύσσεται στα Ουράλια όρη, στην Ιταλία, Νορβηγία Σρι Λάνκα, Ινδία κ.λ.π. Αυτό που στην Ελληνική αγορά ονομάζεται ζιρκόν, δεν έχει χημικά απολύτως καμιά σχέση με το ζιρκόν. Πρόκειται για ένα άλλο υλικό, το συνθετικό Cubic Zirconia.

  Στα ορυχεία όπου εξορύσσεται το ζιρκόν, συναντάμε  το ορυκτό ευδιαλύτης (eudialite),  το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγή του ζιρκονίου (Zr). Εσχάτως,  κόκκινα- ροζ κομμάτια ευδιαλύτη, κόβονται σε κοπή  καμπουσόν και χρησιμοποιούνται στην κατασκευή κοσμημάτων.

                                                                                   
Τουρμαλίνη
  
  Ένας μύθος  λέει, πως όταν η τουρμαλίνη  έκανε το μακρύ ταξίδι   από το κέντρο της γης προς την επιφάνεια, συνάντησε στο δρόμο της το ουράνιο τόξο,  πήρε μαζί της όλα του τα χρώματα. Δεν υπάρχει πάνω στη Γη άλλο ορυκτό πού με διαφάνεια καθαρότητα και σκληρότητα, να παρουσιάζει όλα αυτά τους χρωματισμούς, και ακόμα περισσότερους πανέμορφους συνδυασμούς δύο ή τριών  χρωμάτων (διχρωματικές η πολυχρωματικές τουρμαλίνες). Ακόμη,  ανάλογα με το είδος του φωτισμού (φυσικό ή τεχνητό) μπορεί να αλλάζει χρώμα (φαινόμενο αλεξανδρίτη), και τέλος ανάλογα με την οπτική μας γωνία, σκουραίνει ή ανοίγει το χρώμα του (διχρωισμός). Τα άπειρα πρόσωπα αυτής της πέτρας έκαναν από παλιά τους ανθρώπους να την πιστέψουν για μαγική. Ήταν πάνω απ’ όλα η πέτρα της φιλίας και της αγάπης, η πέτρα που προστάτευε από συμφορές.
 Οι διάφορες παραλλαγές της τουρμαλίνης έχουν αντίστοιχες ονομασίες, που τις αναφέρουμε στα γρήγορα:σορλίτης, περιέχει σίδηρο και είναι μαύρος, δραβίτης, περιέχει μαγνήσιο και είναι καστανός, ουβίτης που είναι σκουρόχρωμος, αχροϊτης που είναι άχρωμος, ελβαϊτης που περιέχει λίθιο και έχει τις υποκατηγορίες, ρουβελίτηςπου είναι κόκκινος, βερντελίτης που είναι πράσινος, και ινδικόλιθος που είναι γαλάζιος. Στην πράξη οι επιμέρους ονομασίες δεν χρησιμοποιούνται , και έχει καθιερωθεί η ονομασία πράσινη τουρμαλίνη, ρόζ τουρμαλίνη κ.λ.π. Συνηθέστερες αποχρώσεις τουρμαλίνης στην αγορά είναι οι πράσινες και οι κόκκινες.
 Η μεγαλύτερη ποσότητα από κόκκινες τουρμαλίνες που κυκλοφορούν στην αγορά, προέρχονται από ανοιχτόχρωμες ροζ τουρμαλίνες, που υποβλήθηκαν σε  μία κατεργασία που περιλαμβάνει ακτινοβόληση σε συνδυασμό με θέρμανση. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να ανιχνευτεί αν η κόκκινη τουρμαλίνη είναι φυσική ή κατεργασμένη ροζ, και επειδή η κατεργασία αυτή είναι αποδεκτή από την αγορά του κοσμήματος, μπορούμε χωρίς μεγάλο λάθος να θεωρούμε την κόκκινη τουρμαλίνη, χρωματικά κατεργασμένη.  Η τουρμαλίνη κρυσταλλώνεται στο τριγωνικό κρυσταλλογραφικό σύστημα, έχει σκληρότητα 7.5 , και ειδικό βάρος 3.06. Η πιο περιζήτητη  σήμερα ποιότητα τουρμαλίνης, βρέθηκε στην πόλη Paraíba της Βραζιλίας, έχει ένα εξαιρετικό μπλε χρώμα και κοστίζει ταγιαρισμένη 40.000 ευρώ το καράτι. Εκτός από την Βραζιλία, τουρμαλίνη υπάρχει, στην Τανζανία, Νιγηρία ,Κένυα, Μαδαγασκάρη, Σρι Λανκα κ.α.

                                                                                     
Τοπάζ
  Είναι ένα ορυκτό, που έχει χρησιμοποιηθεί σαν πολύτιμος λίθος από την αρχαιότητα. Ο χημικός τύπος είναι Al2SiO4(F,OH)2  κρυσταλλώνεται στο ορθορομβικό σύστημα, έχει σκληρότητα 8 και ειδικό βάρος 3,5.

  Το όνομα τοπάζιο το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά δεν αναφέρονταν στο υλικό για το οποίο μιλάμε σήμερα, αλλά στον χρυσόλιθο (περίδοτο). Το όνομα Τοπάζιο δόθηκε από ένα νησί στην Ερυθρά θάλασσα που είχε αυτό το όνομα. Ο Πλίνιος γνώριζε ότι το τοπάζιο εμφανίζεται σε διάφορες αποχρώσεις, και ο Στράβων, τον περιγράφει ως «λίθος διαυγής, χρυσό αποστίλβων φέγγος»
  Το χρώμα του συνήθως είναι κίτρινο – μελί, αλλά εμφανίζεται και σε άχρωμο, ροζ, πράσινο,. Δημοφιλής είναι και η γαλάζια ποιότητα του, που μοιάζει με ακουαμαρίνα, επειδή όμως είναι πολύ ανοιχτόχρωμο,  σχεδόν πάντα το επεξεργάζονται με ακτινοβόληση και το χρώμα του γίνεται μπλε έντονο. ΄Τα τοπάζια με κίτρινη και κονιάκ απόχρωση είναι τα πλέον δημοφιλή. Έχουν την ονομασία Imperial Topaz (Αυτοκρατορικά), γιατί τα προτιμούσαν ιδιαίτερα οι τσάροι της Ρωσίας. 
  Παλαιότερα το κίτρινο τοπάζι είχε μεγαλύτερη ζήτηση, αλλά στη θέση του τελευταία χρησιμοποιείται σιτρίν, ή ανοιχτόχρωμος καπνίας  που είναι πολύ φθηνότερα. Το 1750 ένας κοσμηματοπώλης από το Παρίσι ονόματι Dumelle, παρατήρησε ότι το κίτρινο τοπάζι με παρατεταμένη θέρμανση αλλάζει χρώμα και γίνεται ροζ. Ήταν προφανώς από τις πρώτες προσπάθειες για επέμβαση στα χαρακτηριστικά των πολύτιμων λίθων και ανάδειξη της ποιότητας τους. Το ρόζ τοπάζι κυκλοφορεί έκτοτε στην αγορά με την παραπλανητική ονομασία "Brazilian ruby".   Δεν έχει αναφερθεί η παρασκευή συνθετικών τοπαζιών αλλά κυκλοφορεί  στην αγορά μια ποιότητα ιριδίζοντος τοπάζιου που την ονομάζουν 'mystic topaz,' η οποία είναι φυσικό τοπάζι επεξαργασμένο με οξείδια του τιτανίου.
  Σήμερα το τοπάζι εξορύσσεται από Αφγανιστάν, Τσεχία, Νορβηγία, Γερμανία,  Ιταλία, κ.λ.π. Στην περιοχή Katlang του Πακιστάν εξορύσσονται εξαιρετικής ποιότητας ροζ τοπάζια, και στην περιοχή Ouro Prêto της Βραζιλίας παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα Αυτοκρατορικού τοπαζιού. Το μεγαλύτερο τοπάζι που έχει βρεθεί, ονομάζεται “El Dorando” . Βρέθηκε στην Βραζιλία το 1984, ζυγίζει 6,2 κιλά, και βρίσκεται στην Βρετανική βασιλική συλλογή.  Ένα υπέροχο τοπάζι είναι το Braganza που βρίσκεται στο Πορτογαλικό στέμμα. Ζυγίζει 1680 καράτια, και επί πολλά χρόνια θεωρείτο διαμάντι.

                                                                                 
Σπινέλιος
  Η οικογένεια του σπινέλιου είναι μία μεγάλη και σημαντική οικογένεια ορυκτών. Σε αυτήν σημαντικότερα είναι τα εξής ορυκτά: Μαγνητίτης που είναι οξείδιο του σιδήρου, χρωμίτης οξείδιο του χρωμίου, μίνιο οξείδιο του μολύβδου, φραγκλινίτης οξείδιο του ψευδαργύρου, και ο σπινέλιος με χημικό τύπο MgAl2O4 οξείδιο του μαγνησίου και αργιλίου.
  Το όνομα σπινέλιος, προέρχεται από τη λατινική λέξη spina, που θα πει αιχμή, ακίδα. Και αυτό διότι το αυτοφυές πέτρωμα του σπινέλιου περιβάλλεται από αιχμηρές ακίδες.
Ο σπινέλιος εμφανίζεται με διάφορα χρώματα, μπλε που λέγεται και Sapphire spinel, σκούρο πράσινο που λέγεται και chlorοspinel, πορτοκαλί που λέγεται και rubicelle, καφέ και μαύρο. Μόνο σε κίτρινο δεν συναντάμε το σπινέλιο. Πιο γνωστός είναι ο κόκκινος σπινέλιος που μοιάζει πολύ με ρουμπίνι.
   Στα αρχαία κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές στον κόκκινο σπινέλιο, που είχε την ονομασία «ανθράκιον» ή «άνθραξ». Η ονομασία αυτή δόθηκε στον κόκκινο σπινέλιο, γιατί το χρώμα του είναι σαν του πυρωμένου κάρβουνου. Στον Επιφάνειο αναφέρεται συγκεκριμένα «άνθραξ είδος οξυφοίνικον (βαθυκόκκινο) δίκην άνθρακος σπινθηρίζων» Ο Διόδωρος Σικελιώτης ισχυρίζεται ότι το ανθράκιον σχηματίζεται από συμπυκνωμένο ισχυρό φως: «τας των ανθράκων φύσεις φωτός δύναμιν εμπλησθείσαν τη φύσει φασίν αποτελείν». Στον Πλίνιο τέλος ο σπινέλιος έχει την ονομασία carbunculus (καρβουνάκι). Οι αναφορές αυτές πιθανό να αφορούν και τους άλλους κόκκινους πολύτιμους λίθους, τον κόκκινο γρανάτη, την κόκκινη τουρμαλίνη και το ρουμπίνι. Προφανώς οι αρχαίοι συγγραφείς και μελετητές, δεν είχαν τη δυνατότητα να ξεχωρίσουν αυτές τις πέτρες μεταξύ τους και ούτε καν γνώριζαν ότι παρότι μοιάζουν πολύ στην όψη, έχουν διαφορετική χημική σύσταση.
   Για πολλά χρόνια ανάμεσα στο ρουμπίνι και τον σπινέλιο δεν γινόταν σαφής διάκριση. Η ποιότητα «ρουμπίνι Balas», από το Badakhstan που διακινείτο παραπλανητικά σαν ρουμπίνι, είναι σπινέλιος. Αν θέλουμε να δικαιολογήσουμε τους εμπόρους που χρησιμοποιούσαν διάφορες ασάφειες και παραπλανήσεις, σε σχέση με τις δύο αυτές πέτρες, πρέπει να αναλογιστούμε τη βαρύτητα που έχει το ρουμπίνι σαν ο απόλυτος πολύτιμος λίθος ανά τους αιώνες. Από την άλλη, ο σπινέλιος, μία σπάνια όμορφη και ακριβή πέτρα, παραμένει ακόμη και σήμερα μία μάλλον άγνωστη λέξη.
   Μία άλλη μεγάλη παρεξήγηση είναι το Black Prince’s Ruby που βρίσκεται στο Imperial State Crown of England στη συλλογή των Βρετανικών Kοσμημάτων του Στέμματος, που στην πραγματικότητα είναι σπινέλιος 170 καρατίων. Άλλος διάσημος σπινέλιος είναι το Timur Ruby, 360 καρατίων, ο οποίος ανήκει στη συλλογή της βασίλισσας Ελισάβετ, και έχει χαραγμένα πάνω του τα ονόματα των Μογγόλων αυτοκρατόρων που το κατείχαν προηγουμένως. Η παραγωγή συνθετικού σπινέλιου έχει επιτευχθεί ήδη από δεκαετίες. Ο συνθετικός σπινέλιος έχει ικανοποιητική ποιότητα και πολύ χαμηλή τιμή σε σχέση με τον φυσικό σπινέλιο. Ορυχεία που παράγεται σπινέλιος βρίσκονται στη Μιανμάρ, στη Σρι Λάνκα, στην Ταϊλάνδη, στην Τανζανία στο Τατζικιστάν, το Βιετνάμ και τη Ρωσία. 
  Το ορυκτό αυτό όταν είναι καθαρό, είναι άχρωμο. Συχνά έχει προσμείξεις χρωμοφόρων και αποκτά τις αποχρώσεις με τις οποίες είναι γνωστός ο σπινέλιος, κόκκινο, μπλε, καφέ, κ.λπ. Ένα περίεργο φαινόμενο με αυτό το ορυκτό είναι πως το MgAl2O4 στην καθαρή του μορφή, δηλαδή άχρωμο, δεν συναντάται στη φύση. Έχει σκληρότητα 8, ειδικό βάρος 3,6 και κρυσταλλώνεται στο κυβικό κρυσταλλογραφικό σύστημα. 

                                                                        
Περίδοτο
   Είναι ένα διάφανο ορυκτό που έχει το πράσινο χρώμα του ελαιόλαδου. Το όνομα του πιθανό να  προέρχεται από την Περσική λέξη φαριντάτ, που σημαίνει πολύτιμος λίθος. Το περίδοτο ήταν γνωστό από την αρχαιότητα. Οι Αιγύπτιοι εξόρυσσαν περίδοτο από το νησί Ζεμπιργκέτ στην Ερυθρά Θάλασσα. Τα ορυχεία αυτά υπήρχαν μέχρι το 1920.
  Στην αρχαία Ελλάδα επίσης ήταν γνωστό, αλλά το ονόμαζαν Τοπάζιο. Οι Ρωμαίοι γνώριζαν και  χρησιμοποιούσαν το περίδοτο,  το οποίο  ονόμαζαν «σμαράγδι της νύχτας».
  Το περίδοτο είναι η πολύτιμη ποιότητα του ολιβίνη (που ενίοτε λέγεται και χρυσόλιθος), ενός ορυκτού αρκετά διαδεδομένου. Όμως είναι αρκετά σπάνιο στα κοιτάσματα του ολιβίνη. Ο χημικός του τύπος  είναι  (Mg, Fe)2SiO4   έχει σκληρότητα 6,5 – 7, και ειδικό βάρος 3,8. Οι ταγιαρισμένοι κρύσταλλοι του περίδοτου εμφανίζουν διπλοδιαθλαστικότητα και διπλασιάζουν τα αντικείμενα που φαίνονται μέσα από αυτούς. Είναι από τους λίγους πολύτιμους λίθους που εμφανίζονται σταθερά με ένα μόνο χρώμα, το οποίο είναι πιο έντονο όσο μεγαλύτερη ποσότητα σιδήρου περιέχεται σαν πρόσμιξη στην μάζα του
  Η μεγαλύτερη ποσότητα περίδοτου εξορύσσεται από ορυχεία στην Αριζόνα Η.Π.Α., αλλά είναι σχετικά χαμηλής ποιότητος. Στο Πακιστάν, σε μία δύσβατη περιοχή στα σύνορα με το Αφγανιστάν υπάρχουν ορυχεία περίδοτου, εξαιρετικής ποιότητας, και με κρυστάλλους σχετικά  μεγάλου μεγέθους. Από εκεί προέρχεται το περίδοτο που διακινείται παγκοσμίως για την υψηλή κοσμηματοποιία.
  Ένα μεγάλο  κομμάτι περίδοτου διακοσμεί την λειψανοθήκη των τριών Βασιλέων, που βρίσκεται στον καθεδρικό ναό της Κολονίας. Στην σύγχρονη εποχή, το περίδοτο έχει σταθερή ζήτηση στην κοσμηματοποιία, για το μοναδικό χρώμα του, και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, που το καθιστούν ένα δημοφιλή πολύτιμο λίθο.

                                                                               
Όνυχας
  Είναι μία ποικιλία αχάτη, ο οποίος είναι μία ποικιλία χαλκηδόνιου, ο οποίος είναι μία ποικιλία χαλαζία! Η ονομασία είναι ακόμα μία φορά, ελληνικής προέλευσης, αναφέρεται στις γραμμώσεις που εμφανίζονται  στο νύχι του δάχτυλου αρκετών ζώων . Ο Θεόφραστος το αναφέρει σαν ονύχιον.
   Εμφανίζει επάλληλα στρώματα ανοιχτόχρωμου και σκουρόχρωμου υλικού. Στις διάφορες ποικιλίες όνυχα εμφανίζεται ολόκληρη η χρωματική παλέτα. Στην  πράξη όταν λέμε όνυχα συνήθως εννοούμε τον μαύρο με άσπρες γραμμές. Σαρδόνυξ  είναι μία ποιότητα όνυχα που  τα χρώματά του εναλλάσσονται σε κόκκινο – πορτοκαλί, και ονομάζεται έτσι διότι περιέχει σάρδιο.
   Αντίστοιχα ο Πλίνιος αναφέρει χαλκηδόνυξ, ιασπόνυξ, αχατόνυξ, απ’ όπου συμπεραίνουμε ότι την εποχή εκείνη είχαν αντιληφθεί ότι όλα αυτά τα υλικά  είναι χρωματικές παραλλαγές του ίδιου υλικού, που είναι ο μικροκρυσταλλικός χαλαζίας. Ορυχεία όνυχα υπάρχουν στην Οαχάκα στο Μεξικό, Βραζιλία, Αλγερία, Μαδαγασκάρη, Ινδία.

                                                                        
Οπάλιος
  Ο οπάλιος είναι ένα υλικό ασυνήθιστο ως προς τη δομή του. Είναι άμορφο (σαν το γυαλί),  η σύστασή του είναι βασικά διοξείδιο του πυριτίου, SiO2. Η ιδιαιτερότητα του οπάλιου, έγκειται στο γεγονός, ότι   περιέχει στην μάζα του μία ποσότητα περίπου 10% νερό, To  SiO2 με το νερό σχηματίζουν μικρά  σφαιρίδια τα οποία διατάσσονται στο χώρο, σχηματίζοντας διάφορα γεωμετρικά σχήματα. Όταν περνάει το φως μέσα από αυτές τις διατάξεις, διαθλάται και διαχέεται κατά τυχαίες διευθύνσεις, με αποτέλεσμα η επιφάνεια του ορυκτού, να εμφανίζει  την σπάνια εναλλαγή των διάφορων χρωμάτων που ιριδίζουν. 
  Ο Πλίνιος στο περίφημο βιβλίο του «Historia Naturalis» περιγράφει πολύ ωραία το πολύτιμο λίθο opalus: «έχει μέσα του μία φωτιά πιο ήπια από του ρουμπινιού, φαίνεται ακόμα το λαμπερό μωβ του αμέθυστου, υπάρχει το γαλαζοπράσινο του σμαραγδιού, και όλα λάμπουν σε μια απίστευτη ενότητα. Κάποιες από τις αστραποβόλες λάμψεις του ανταγωνίζονται όλα τα χρώματα του ζωγράφου, και κάποιες άλλες το χρώμα της φλόγας από το θειάφι που καίγεται, όταν ζωηρεύει από το λάδι.» 
  Ετυμολογικά η λέξη οπάλιος θεωρείται ότι προέρχεται από την αρχαία Σανσκριτική  λέξη upala που σημαίνει  λίθος. Στα χρόνια του μεσαίωνα ο οπάλιος είχε την ονομασία ophthalmios (οφθάλμιος) ή lapis ophthalmius. Η ονομασία αυτή δόθηκε διότι οι άνθρωποι τότε είχαν την απίστευτη δοξασία ότι τα χρώματα  του οπάλιου προέρχονταν από τις κόρες των οφθαλμών μικρών παιδιών.
  Η καλή ποιότητα του οπάλιου είναι περιζήτητη και ανέκαθεν χρησιμοποιείτο στην κοσμηματοποιία. ( Στην Ελλάδα νομίζω δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης). Οι Ρωμαίοι εξόρυσσαν οπάλιο από την περιοχή της Τσεχίας, και κατά τον μεσαίωνα λειτουργούσαν ορυχεία οπάλιου στην περιοχή Cernowitz της Ουγγαρίας. Οι Αζτέκοι επίσης  τον χρησιμοποιούσαν για στολισμό τους και σε θρησκευτικές τελετές.
  Τα τελευταία χρόνια έχουν βρεθεί κοιτάσματα με κομμάτια  οπάλιου απίστευτης ομορφιάς στην Αυστραλία. Οι Αυστραλοί λατρεύουν αυτό το ορυκτό και με το δίκιο τους είναι υπερήφανοι για το μοναδικό αυτό προϊόν της γης τους.
  Ο οπάλιος έχει σκληρότητα 6 και ειδικό βάρος 2,2.και έχει την ιδιότητα  να αφυδατώνεται. Το νερό δηλαδή που υπάρχει στην μάζα του, εξατμίζεται. Η εξάτμιση αυτή γίνεται βέβαια  με πολύ αργούς ρυθμούς. Ο αφυδατωμένος οπάλιος, σε πρώτη φάση γίνεται εύθρυπτος, και στη συνέχεια με την παρέλευση πολλών χρόνων χάνει τα χρώματά του. Κάποιος που κατέχει ένα ακριβό κομμάτι οπάλιου και φιλοδοξεί να το κληροδοτήσει στους απογόνους του, πρέπει να το φυλάει μέσα σε κλειστό κουτί με υγρασία  Κάποια ορολογία που μπορεί να συναντήσουμε σχετικά με τον οπάλιο, είναι η ακόλουθη: 
  ΟΠΑΛΙΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ (Fire opal)  Έτσι ονομάζεται μία ημιδάφανη ποιότητα οπάλιου, που ιριδίζει σε πορτοκαλί και κόκκινες ανταύγειες. Έχει βρεθει στην Αυστραλία και στην Κεντρική Αμερική. Μπορεί να τον συναντήσουμε και με την ονομασία πυροπάλιος.
  CONTRA LUZ OPAL  Είναι μία διάφανη ποιότητα οπάλιου που εμφανίζει μία αντανάκλαση μπριγιάν, όταν το φως πέφτει από πλάγια, όχι όμως και στις άλλες διευθύνσεις. ( Contra Luz, θα πει κόντρα στο φως. ) Αυτό το είδος οπάλιου, κόβεται σε έδρες αντίθετα από όλα τα υπόλοιπα που κόβονται καμπουσόν.
   OPAL DOUBLET   Είναι μία πέτρα που φτιάχνεται αν κολλήσουμε ένα λεπτό στρώμα οπάλιου πάνω σ’ ένα στρώμα όνυχα. Αυτό γίνεται για να αξιοποιούμε πολύ λεπτά κομμάτια οπάλιου, και να τονίζονται οι χρωματισμοί του από το υπόστρωμα του όνυχα. 
   OPAL TRIPLET  Είναι ένα σάντουιτς  από τρία στρώματα ορυκτών, όνυχας για υπόστρωμα, οπάλιος στη μέση και διάφανος χαλαζίας πάνω. Ο χαλαζίας προστίθεται για να προστατεύει τον οπάλιο λόγω της σκληρότητάς του.
   ΜΑΥΡΟΣ ΟΠΑΛΙΟΣ ( Black opal) Είναι μία σκουρόχρωμη ποιότητα οπάλιου με ένα εντυπωσιακό ιριδισμό στα χρώματα του ουράνιου τόξου
    
                                                                     

Aqua marina
  Είναι ένα διάφανο γαλάζιο ή γαλαζοπράσινο ορυκτό που πήρε το όνομα του από το χρώμα του. Aqua Marina θα πει στα ιταλικά το νερό της παραλίας. Χημικά ανήκει στην οικογένεια του βήρυλλου, έχει σκληρότητα 7,5-8, και ειδικό βάρος 2,75. Ανήκει στο εξαγωνικό κρυσταλλογραφικό σύστημα, και ο χημικός τύπος είναι Be3Al2Si6O18.
  Είναι σήμερα από τα πιο περιζήτητα υλικά κοσμηματοποιίας. Η πιο δημοφιλής μορφή του είναι η γαλάζια ακουαμαρίνα, γι’ αυτό σε εργαστήρια μετατρέπουν την γαλαζοπράσινη σε γαλάζια, με θερμική επεξεργασία. Η απόχρωση που προκύπτει μετά τη θερμική επεξεργασία είναι πολύ σταθερή (δεν αποχρωματίζεται). Η επεξεργασία αυτή θεωρείται αποδεκτή από τη βιομηχανία του κοσμήματος και δεν είναι δυνατό να ανιχνευτεί από τα γεμολογικά εργαστήρια. Κάθε ακουαμαρίνα που πουλιέται στην αγορά θεωρούμε δεδομένο πως έχει υποστεί θερμική επεξεργασία καθότι δενείναι δυνατή η ανίχνευση της βαφής.  Η συνήθης κατεργασία που υφίσταται η ακουαμαρίνα είναι το ταγιάρισμα. Σπανιότερα την επεξεργάζονται σαν καμπουσόν. Στην περίπτωση αυτή συχνά εμφανίζεται τα οπτικά φαινόμενα αστερισμός και μάτι της γάτας.   
  Σήμερα η καλύτερη ποιότητα ακουαμαρίνα εξορύσσεται στην Βραζιλία, στο τεράστιο ορυχείο της Minas Gerais, και στο Bello Orizonte.Το πιο διάσημο κομμάτι ακουαμαρίνα κοσμεί το βασιλικό στέμμα της Μεγάλης Βρετανίας, και είναι 920 καράτια. Το μεγαλύτερο κομμάτι ανεπεξέργαστης ακουαμαρίνας εξορύχτηκε στο Minas Gerais, το 1910, και είχε βάρος 110 κιλά. Το κομμάτι αυτό πήρε την ονομασία Papamel, και τεμαχίστηκε σε χιλιάδες κομμάτια τα οποία υπέστησαν τις κατάλληλες επεξεργασίες και διατέθηκαν στην αγορά.
  Στα αρχαία κείμενα, στην ακουαμαρίνα αναφέρονται με το όνομα βήρυλον ή βηρύλλιον. Ο Επιφάνειος  περιγράφει την ακουαμαρίνα με την ωραία έκφραση:  «Βηρύλλιον, γλαυκίζων, θαλασσοβαφές»

                                                                             
Πολύτιμοί & Ημιπολύτιμοι λίθοι
Μαλαχίτης
  Είναι ένα αδιάφανο υλικό με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα, που αποτελείται από στρώσεις, σε ανοιχτό και σκούρο πράσινο εναλλάξ. Ο χημικός του τύπος είναι Cu2CO3(OH)2 και βρίσκεται πάντα σε ορυχεία χαλκού, καθώς ο χαλκός, είναι πάνω από 50% της μάζας του. Συχνά βρίσκεται μαζί με αζουρίτη.
  Ο μαλαχίτης έχει χρησιμοποιηθεί, για κοσμήματα και διακοσμητικά, ήδη από την εποχή του Αιγυπτιακού πολιτισμού. Χαρακτηριστικό είναι το «δωμάτιο μαλαχίτη» στο μουσείο Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη, που είναι διακοσμημένο με μαλαχίτη. Εκεί βρίσκεται και ένα τεράστιο βάζο, επίσης από μαλαχίτη. Στα κοσμήματα, συνήθως κόβεται σε καμπουσόν, και δένεται με ασήμι. Πολλές φορές καλύπτουν με ένα ειδικό βερνίκι την επιφάνεια του, για να τονιστεί το λούστρο του, και να αυξηθεί η αντοχή του.
  Έχει σκληρότητα 4 (μαλακός), ειδικό βάρος 3.8, και κρυσταλλώνεται στο μονοκλινές κρυσταλλικό σύστημα.
  Το όνομα του είναι Ελληνικής προέλευσης και οφείλεται στο φυτό μολόχα, λόγω προφανώς του χρώματος του. Παράφραση του «μολοχίτης» είναι το μαλαχίτης. Χώρες παραγωγής του είναι το Κονγκό, η Ρωσία, η Ναμίμπια, το Μεξικό, και οι Η.Π.Α.
                                                                 

Λάπις Λάζουλι
  Λέγεται και λάπις, ή παλαιότερα λαζούρι.
  Είναι ένα αδιάφανο πέτρωμα, με εντυπωσιακό μπλε χρώμα. Είναι πέτρωμα και όχι ορυκτό, καθότι εμπεριέχει τα εξής ορυκτά: Λαζουρίτη ((Na,Ca)8(AlSiO4)6(S,SO4,Cl)1-20.. , σοδαλίτη, καλσίτη και σιδηροπυρίτη. Ο σιδηροπυρίτης συχνά εμφανίζεται σαν χρυσαφί λαμπυρίζοντα στίγματα στην επιφάνεια της πέτρας, και δείχνει ακόμα πιο εντυπωσιακή.
  Ο λάπις έχει σκληρότητα 5.5 και ειδικό βάρος 2,6. Γνωρίζουμε ότι γινόταν εξόρυξη λάπις στο Μπαντακστάν, μια επαρχία του Αφγανιστάν ήδη από το 6500 π.Χ. Οι Αιγύπτιοι χάραζαν σε λάπις σκαραβαίους και φυλαχτά, ήδη από το 3300π.Χ., οι Ασσύριοι και οι Βαβυλώνιοι κατασκεύαζαν σφραγιδόλιθους, και Ακκάδιοι και Σουμέριοι ποιητές τον εξυμνούσαν σαν τον λίθο που προσδίδει βασιλική λαμπρότητα. Στους αρχαίους Έλληνες, στους Ρωμαίους και στη Βίβλο, ο λάπις λέγεται σάπφειρος.. Ο Θεόφραστος και ο Πλίνιος περιγράφουν τον σάπφειρο σαν λίθο που περιέχει σκόνη ή στίγματα χρυσού. Η περιγραφή αυτή αντιστοιχεί στο λάπις με τα χρυσαφί στίγματα του σιδηροπυρίτη. Μία άλλη ονομασία που μάλλον αναφερόταν στον λάπις είναι κύανος
  Ετυμολογικά, lapis θα πει λίθος στα Λατινικά. Η δεύτερη λέξη προέρχεται από την περσική λέξη Λαζουάρ, που θα πει πάλι λίθος στα Περσικά. Τελικά το λάζουλι, έγινε η ρίζα των λέξεων, azure,, azzurro, azul, που στις διάφορες Ευρωπαϊκές γλώσσες, θα πει γαλάζιο. Λαπις Λάζουλι λοιπόν, είναι ο γαλάζιος λίθος.
  Στα ορυχεία του Sar-e-Sang, στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν, σήμερα όπως και πριν 8000 χρόνια εξορύσσεται η καλύτερη παγκοσμίως ποιότητα λάπις. Εκτός από αυτά τα αποθέματα, το πέτρωμα υπάρχει και στην βόρεια Χιλή, στις Άνδεις σε μία πιο φθηνή ποιότητα που λέγεται denim lapis λόγω της ανοιχτόχρωμης απόχρωσης που έχει.
                                                                                     

Κοράλλι
  Το κοράλλι που εμείς γνωρίζουμε, είναι ο σκελετός πολλών μικρών θαλάσσιων ζώων, που ζούσαν μαζί, έχοντας σχηματίσει αποικία. Τα ζώα αυτά είναι  πολύποδες της κλάσης των ανθόζωων., μεγέθους λίγων χιλιοστών το καθένα,  που ζουν το ένα δίπλα στο άλλο σχηματίζοντας τεράστιες αποικίες. Κάθε πολύποδας που γεννιέται κολλάει το σκελετό του  στην αποικία και την επεκτείνει. Οι αποικίες αυτές κατά τη διάρκεια των αιώνων φτάνουν σε μήκος χιλιομέτρων σχηματίζοντας τους κοραλλιογενείς υφάλους που λέγονται και ατόλες. Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι αποτελούνται   από ανθρακικό ασβέστιο,  CaCO3,  το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο σκελετός του καθενός μικροσκοπικού  πολύποδα. Στις αποικίες των κοραλλιών, μαζί με τους πολύποδες συμβιώνουν και κάποιες μονοκύτταρες άλγες που λέγονται ζωοξανθέλλες. Αυτές οι άλγες φωτοσυνθέτουν, και  προμηθεύουν τροφή στους πολύποδες, αλλά συγχρόνως εκκρίνουν χρωστικές, που χρωματίζουν τις αποικίες, δηλαδή τα κοράλλια. Τα κοράλλια έχουν σκληρότητα 3,5 και ειδικό βάρος 2,6. Τα χρώματα των κοραλλιών είναι ροζ-κόκκινα, μπεζ, άσπρα.
Περισσότερα...

Σιτρίν
  Είναι μία διάφανη ποικιλία χαλαζία που έχει κίτρινο χρώμα. Μπορεί να συναντήσετε και την ονομασία κιτρίνης, αλλά αυτή δεν χρησιμοποιείται συχνά. Το χρώμα του σιτρίν  οφείλεται σε υδροξείδιο του σίδηρου που περιέχεται στον χαλαζία. Σιτρίν με φυσικό κίτρινο χρώμα είναι σχετικά σπάνιο . Οι μεγαλύτερες ποσότητες που πουλιούνται στην αγορά, προέρχονται από άλλα είδη χαλαζία που τα έχουν χρωματιστεί τεχνητά. Για παράδειγμα αμέθυστος χαμηλής ποιότητας, αν θερμανθεί στους 500oC για ορισμένο χρονικό διάστημα χάνει το μοβ χρώμα και σταδιακά παίρνει το χρώμα του citrine. Η πιο μεγάλη ποσότητα από φυσικό σιτρίν, εξορύσσεται στη Βραζιλία.
                                                                         

Σιδηροπυρίτης
  Το αδιάφανο αυτό ορυκτό, έχει χρώμα χρυσαφί και στιλπνή επιφάνεια, αλλά οι χρυσοθήρες το ονόμαζαν “the fool’s gold”, γιατί παρά το χρώμα του, μόνο ο τρελός θα το μπέρδευε με τον χρυσό. Το όνομα σιδηροπυρίτης δόθηκε από τους αρχαίους  Έλληνες γιατί πίστευαν ότι είναι φτιαγμένο από σίδηρο και πυρ. Η φωτιά απελευθερώνεται σαν σπίθα, όταν χτυπήσουμε το σιδηροπυρίτη με αιχμηρό αντικείμενο. Χημικά είναι θειούχος σίδηρος FeS2, κρυσταλλώνεται στο κυβικό κρυσταλλογραφικό σύστημα, έχει σκληρότητα 6.5 , και ειδικό βάρος 5. Μέχρι το 1800, ο όρος σιδηροπυρίτης περιλάμβανε και τα ορυκτά, μαρκασίτης, αρσενοπυρίτης, χαλκοπυρίτης και μαγνητοπυρίτης. Ο σιδηροπυρίτης διοχετεύεται κυρίως για βιομηχανική χρήση, αλλά η καλή του ποιότητα, χρησιμοποιείται και στην κατασκευή. κοσμημάτων.
                                                                                        

Γρανάτης
  Λέγεται και γρανάδα. Είναι μία μεγάλη οικογένεια ορυκτών. Ο γρανάτης είναι γνωστός στους ανθρώπους από την 4η χιλιετία π.Χ., και τον χρησιμοποιούσαν ως πολύτιμο λίθο και ως λειαντικό. Το όνομα γρανάτης προέρχεται από το λατινικό granatus που σημαίνει ρόδι ή ροδιά, επειδή κάποιες ποικιλίες του ορυκτού έχουν το χρώμα των σπόρων του ροδιού. Στα αρχαία κείμενα αναφέρεται με το όνομα άνθραξ ή ανθράκιον.

   Πιό γνωστές είναι οι ποικιλίες του γρανάτη στις αποχρώσεις του κόκκινου, που έχουν και την ειδική ονομασία αλμανδίνη αλλά συναντάται και σε άλλα χρώματα ( Βλέπε τον πίνακα που ακολουθεί) Το 1900 στη Μαδαγασκάρη βρέθηκε και μία σπάνια ποικιλία μπλε γρανάτη. Κάποιες ποιότητες γρανάτη εμφανίζουν το φαινόμενο του Αλεξανδρίτη, δηλαδή αλλάζουν απόχρωση ανάλογα με το είδος του φωτός που δέχονται. Τα ορυκτά του γρανάτη κρυσταλλώνονται στο κυβικό κρυσταλλογραφικό σύστημα, έχουν σκληρότητες από 6,5 έως 7,5, ικανοποιητική συνεκτικότητα και συνεπώς είναι πολύ κατάλληλα για την κατασκευή κοσμημάτων.


Ποικιλία γρανάτη
Χρώμα
Προέλευση ονόματος
 Γροσουλάριος (Grossular) Ca3Al2(SiO4)3Άχρωμο, πράσινο, πορτοκαλί, ροζ, καφέ.
Από την λατινική λέξη
Grossularia = φραγκοστάφυλο.
 Πυρωπό (Pyrope)  Mg3Al2(SiO4)3Άχρωμο, ροζ, κόκκινο Από την λέξη πυρρός, αυτός που έχει το χρώμα της φωτιάς
 Αλμανδίνη  (Almandine)    Fe3Al2(SiO4)3Κοκκινο-πορτοκαλλι Κοκκινο-μοβΑπό την πόλη Αλάβανδα της Καρίας στην Μικρά Ασία
Εσσονίτης (Hessonite)       Ca3Al2(SiO4)3Κιτρινο-πορτοκαλλί, κόκκινο Από την Ελληνική λέξη ήσσον (υποδεέστερο)
Σπεσσαρτίνη (Spessartine) Mn3Al2(SiO4)3Κίτρινο πορτοκαλλί Από την περιοχή Spessart της Βαυαρίας
Τοπαζολίτης (Topazolite) Ca3Fe2(SiO4)3Κίτρινο-πορτοκαλίΜοιάζει με τοπάζι
Μαλάια ( Malaia )        Mg3Al2(SiO4)3Κίτρινο κοκκινο-πορτοκαλλί καφέ Μαλάια στα Σουαχίλι θα πει απομακρυσμένος
Ανδραδίτης (Andradite ) Ca3Fe2(SiO4)3Κίτρινο-πράσινο μέχρι μαύρο Από τον Βραζιλιάνο Γεωλόγο Jose Andrada
Αδαμαντοειδής (Demantoid) ή Ολιβίνης Ca3Fe2(SiO4)3 Πράσινο Από το olive, εληά.
Τσαβορίτης (Tsavorite) Ca3Al2(SiO4)3Πράσινο Από το Tsavo της Κένυας
Transvaal jade Ca3Al2(SiO4)3 Πράσινο έντονο Από το Τρανσβάαλ της Νότιας Αφρικής
Ουβαροβίτης (Uvarovite ) ( Ca3Cr2(SiO4)3Πράσινο Σμαραγδιού Από τον κόμη Uvarov
Ροδολίτης (Rhodolite) Mg3Al2(SiO4)3 και
Fe3Al2(SiO4)3
Κόκκινο-μοβ
Από το Ελληνικό ροδόλιθος

                                                                                        

Χαλκηδόνιος
  Είναι μία μεγάλη οικογένεια ορυκτών, η οποία είναι υποκατηγορία  της μεγαλύτερης οικογένειας του χαλαζία. Οι χαλκηδόνιοι, είναι μικροκρυσταλλικά ορυκτά, δεν ανήκουν δηλαδή σε κανένα κρυσταλλογραφικό σύστημα.
  Το όνομα  έχει Ελληνική προέλευση, και αναφέρεται στην περιοχή Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας, η οποία βρισκόταν εκεί που σήμερα είναι το ασιατικό κομμάτι της Κωνσταντινούπολης..
  Η οικογένεια του χαλκηδόνιου περιλαμβάνει τα παρακάτω  ορυκτά, για τα οποία παραθέτουμε σχετικά λήμματα :αχάτης, αβεντουρίνη, ίασπις, κορνεόλη, σάρδιος, όνυχας, χρυσοπράσσιο.
  Στην πράξη όμως με τον όρο χαλκηδόνιος αναφερόμαστε σε ένα είδος  χαλκηδόνιου που δεν υπάγεται σε καμιά από τις παραπάνω ονομασίες, και έτσι παίρνει καταχρηστικά το όνομα όλης της οικογένειας. Πρόκειται για μία ποιότητα ημιδιάφανη, που έχει ανοιχτό γαλάζιο χρώμα, με άσπρα νερά ή χωρίς νερά. Βρίσκεται στη Βραζιλία, στο Μαλάουι, και στην Τουρκία (όρος Αραράτ).
                                                                        

Κορνεόλη
 Λέγεται και καρνεόλη. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό caro = σάρκα, λόγω του χρώματός του. Είναι μία ποικιλία χαλκηδόνιου (χαλαζία) σε χρώμα κίτρινο- πορτοκαλί.. Το χρώμα αυτό το οφείλει σε προσμίξεις οξειδίου και υδροξειδίου του σιδήρου. Κοιτάσματα σήμερα υπάρχουν σε Ινδία Σρι Λανκα, Βραζιλία, Ουρουγουάη.
 Η κορνεόλη συχνά συγχέεται με τον σάρδιο. Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει χωρίς να κάνει σοβαρό λάθος   ότι πρόκειται για το ίδιο υλικό όπου σάρδιος είναι η ελληνική ονομασία, και κορνεόλη η λατινογενής. Κάποιοι πιο σχολαστικοί, σαν κορνεόλη αναφέρουν το πιο ανοιχτόχρωμο υλικό, περίπου στο χρώμα του μανταρινιού, και σάρδιο το πιο σκούρο και κοκκινωπό,  το χρώμα που έχει το κρέας.
                                                                          
Αμέθυστος
  Ένα ακόμη ορυκτό που η ονομασία του έχει Ελληνική προέλευση. Το παράξενο αυτό όνομα οφείλεται στο ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι όποιος φορά κόσμημα με αμέθυστο, ή πίνει το κρασί του σε κούπα από αμέθυστο, απαλύνονται οι συνέπειες από την μέθη. Την δοξασία αυτή βέβαια ήδη ο Πλούταρχος την χλευάζει σαν αβάσιμη.
  Στην Ελληνική μυθολογία ο αμέθυστος εμφανίζεται, όταν ο μεθυσμένος θεός Διόνυσος επιτίθεται με άγριες διαθέσεις σε μία παρθένα κόρη που έχει το όνομα «η Αμέθυστος».Το κορίτσι δεν ανταποκρίνεται, και για να σωθεί ζητάει την βοήθεια των θεών. Θεά ήταν αυτή που ανταποκρίθηκε στις προσευχές της, και συγκεκριμένα η Άρτεμις που για να σώσει το κορίτσι, την μεταμορφώνει σε μια άχρωμη πέτρα. Ταπεινωμένος και θυμωμένος ο Διόνυσος, χύνει το κρασί του πάνω στους κρυστάλλους της πέτρας που παίρνουν το όμορφο μοβ χρώμα. Σε μια παραλλαγή του μύθου η πέτρα βάφεται όχι από το κρασί αλλά από τα δάκρυα του μετανιωμένου Διόνυσου.
  Χημικά ο αμέθυστος είναι χαλαζίας, SiO2. Έχει σκληρότητα 7 και ειδικό βάρος 2.65. Κρυσταλλώνεται στο ρομβοειδές κρυσταλλογραφικό σύστημα, και σχηματίζει κρυστάλλους σε σχήμα εξάπλευρου πρίσματος. Είναι εντυπωσιακά όμορφο υλικό και έχει όλες τις προδιαγραφές για να χρησιμοποιηθεί (και ασφαλώς χρησιμοποιείται) στην κατασκευή κοσμημάτων. Παρ’ όλα αυτά η τιμή του παραμένει χαμηλή, λόγω των μεγάλων ποσοτήτων που εξορύσσονται. Όχι πάντα όμως. Η πιο περιζήτητη ποιότητα αμέθυστου, η λεγόμενη “Deep Russian”, κοστίζει τουλάχιστον 50.000$ το καράτι.
  Τον τελευταίο καιρό έχει εμφανιστεί στην αγορά ΄μία πέτρα με την ονομασία πράσινος αμέθυστος (green amethyst). Συνήθως η πέτρα αυτή είναι συνθετική ή είναι διάφανος χαλαζίας, τεχνητά χρωματισμένος. Να επισημάνουμε ότι και η ονομασία πράσινος αμέθυστος δε στέκει γιατί ιστορικά ο αμέθυστος ήταν από πάντα μοβ. Πολλές φορές η πέτρα αυτή πουλιέται με την ονομασία πρασιολίτης (prassiolite), από τις ελληνικές λέξεις πράσινος λίθος.
  Αμέθυστος υπάρχει σε πολλά μέρη του κόσμου. Μεγάλες ποσότητες παράγονται στην Βόρεια Αμερική και στην Λατινική Αμερική, Βραζιλία, Βολιβία, Ουρουγουάη κλπ., αλλά και στη Ρωσία. Στα αχανή ορυχεία στο Minas Gerais στη Βραζιλία εξορύσσονται τεράστια γεώδια αμέθυστου.
                                                                          

Κεχριμπάρι
 Είναι απολιθωμένο ρετσίνι πεύκων, κυρίως από την περιοχή της Βαλτικής και της Βόρειας Θάλασσας, που απολιθώθηκε πριν από 30 έως 90 εκατομμύρια χρόνια. Το κεχριμπάρι δεν έχει καθορισμένο χημικό τύπο, γιατί είναι μίγμα ρητινών, αλλά η μέση χημική του σύσταση είναι C10H16O. Έχει σκληρότητα 1,5 έως 2.5 είναι δηλαδή πολύ μαλακό, και έχει ειδικό βάρος 1,05 δηλαδή περίπου ίδιο με το νερό.
 Ήταν γνωστό στους Μυκηναίους και στους  αρχαίους Έλληνες που το ονόμαζαν ήλεκτρον. Με αυτό πραγματοποίησε πειράματα ο Θαλής ο Μιλήσιος και παρατήρησε φαινόμενα που σήμερα κατατάσσονται στον ηλεκτρισμό. Από το ήλεκτρο πήρε το όνομα του ο ηλεκτρισμός. Στην αρχαιότητα η λέξη ήλεκτρον, χρησιμοποιείτο επίσης για ένα κράμα χρυσού και αργύρου Το όνομα που χρησιμοποιούμε σήμερα είναι το τουρκικής προέλευσης όνομα «kehribar».Η λέξη kehribar, προέρχεται από την αραβική λέξη kahruba, που θα πει: «αυτό που έλκει τα άχυρα», προφανώς λόγω της γνωστής ιδιότητας του να έλκει ελαφρά σώματα, αφού προηγουμένως το τρίψουμε πάνω σε ένα ρούχο.

 Πολλές φορές μέσα σε κεχριμπάρι έχουν εγκλωβιστεί διάφορες ζωικές μορφές, φυτά, μικρά ζώα, έντομα κ.λ.π.. Κάποια από αυτά τα εγκλωβισμένα ζώα ή φυτά  έχουν εξαφανιστεί ήδη χιλιάδες χρόνια πριν. Αυτά τα δείγματα κεχριμπαριού είναι πολκύτιμα για τους επιστήμονες γιατί μπορούν να μελετήσουν εξαδανισμένες μορφές ζωής. Σε μία τέτοια υπόθεση στηρίχτηκε η ταινία του Spielberg , «Jurassic Park».Σύμφωνα με την ταινία, κάποιοι άφρονες επιστήμονες ξαναζωντάνεψαν δεινοσαύρους αφού πήραν το αίμα τους από κουνούπι που είχε εγκλωβιστεί σε κεχριμπάρι.
 Το κεχριμπάρι είναι ένα υλικό που πολύ εύκολα γίνονται απομιμήσεις του με συνθετικές ρητίνες. Οι απομιμήσεις αυτές άλλοτε είναι εξολοκλήρου συνθετικές, άλλοτε πάλι περιέχουν κάποια ποσότητα αληθινού κεχριμπαριού.. Συχνά βάζουν και έντομα μέσα σε απομιμήσεις. Ένας τρόπος για να ελέγξουμε την αυθεντικότητα του κεχριμπαριού είναι να το τρυπήσουμε με μία καμένη βελόνα Η μυρωδιά πρέπει να είναι μυρωδιά από ρετσίνι πεύκου. Ο τρόπος αυτός ελέγχου δεν είναι απόλυτος. Όπως και διάφοροι άλλοι τρόποι που διακινούνται σαν μυστικά μεταξύ μυημένων, πάλι δεν συνιστούν ασφαλείς μεθόδους ταυτοποίησης του υλικού. Ο σίγουρος έλεγχος και στην περίπτωση του κεχριμπαριού, απαιτεί ειδικό εξοπλισμό και γνώσεις που είναι αδύνατο να έχει ο ιδιώτης Γι αυτό και εδώ, ισχύει ότι και  στις υπόλοιπες  συνθετικές πέτρες.  Μία αλυσίδα εμπιστοσύνης, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών.
  Στην Ελληνική αργκό της χρυσοχοΐας ακούγονταισυχνά διάφορες ορολογίες για ποιότητες κεχριμπαριού, όπως φατουράν, καχραμάν, σουντουλούζ, βασιλικό κ.α. με διάφορες ερμηνείες και χρησμούς που τα συνοδεύουν. Όλες αυτές οι πληροφορίες καλό είναι να ελέγχονται και ακόμη καλύτερα να χορηγείται έγγραφο πιστοποιητικό, για να αποφευχθούν  ηθελημένες προσπάθειες σύγχυσης, προκειμένου διάφοροι έμποροι να ξεφορτωθούν κεχριμπάρια αμφισβητούμενης ποιότητας συνθετικά ή μισοσυνθετικά, και απροσδιόριστης προέλευσης.
 Στις περισσότερες περιοχές της Βαλτικής το κεχριμπάρι έχει εξαντληθεί, μετά από αιώνες συλλογής του από τους ανθρώπους. Σήμερα βασικά συλλέγεται από την περιοχή Καλίνινκραντ της Ρωσίας, που υπάρχουν οι μεγαλύτερες εναπομείνασες ποσότητες κεχριμπαριού.
                                                                                                 

Αλεξανδρίτης
  Είναι ένα ορυκτό της οικογένειας του χρυσοβήρυλλου. Ο αλεξανδρίτης παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον οπτικό φαινόμενο. Συγκεκριμένα  μεταβάλλει το χρώμα του, ανάλογα με το είδος του φωτός που πέφτει πάνω του. Αν πέφτει πάνω του φυσικό φως έχει διαφορετικό χρώμα από το χρώμα που έχει αν πέφτει πάνω στην πέτρα τεχνητό φως. Στο φως του κεριού ο αλεξανδρίτης είναι κόκκινος, ενώ κάτω από μία λάμπα φθορισμού είναι γαλαζοπράσινος. Το φαινόμενο αυτό λέγεται και «φαινόμενο Αλεξανδρίτη».
  Το ορυκτό ανακαλύφθηκε από τον Φιλανδό γεωλόγο Nils Gustaf Nordenskiöld το 1834. Πήρε το όνομα του από τον Τσάρο της Ρωσίας Αλέξανδρο Β’ διότι λέγεται ότι ανακαλύφθηκε στην ημέρα των γενεθλίων του. Έχει σκληρότητα 8,5, ένα από τα σκληρότερα υλικά στη φύση, και ειδικό βάρος 3,7. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στις ακριβότερες πολύτιμες πέτρες. Στην αγορά συχνά συναντάμε συνθετικό Αλεξανδρίτη (εργαστηριακά παραγόμενο) Ορυκτός Αλεξανδρίτης εξορύσσεται στη Ρωσία, στη Βραζιλία, στη Μυανμάρ, Σρι Λάνκα κ.λ.π. Ο φυσικός αλεξανδρίτης είναι πιθανό η ακριβότερη πολύτιμη πέτρα.
                                                                                
Αχάτης
  Είναι μία ποικιλία χαλκηδόνιου (χαλαζία). Δημιουργείται από διαδοχικά στρώματα χαλκηδόνιου, που το καθένα έχει διαφορετικό χρώμα.  Έτσι κάνοντας μία τομή στον αχάτη, βλέπουμε τις λεπτές παράλληλες καμπύλες γραμμές των στρωμάτων του χαλκηδόνιοου. Κατά τον Θεόφραστο, οι Έλληνες έδωσαν το όνομα σ’ αυτό το ορυκτό, από τον ποταμό Αχάτη (σήμερα Drilio) της Σικελίας όπου τον εύρισκαν. Είναι πολύ διαδεδομένο ορυκτό, και το συναντάμε σε όλα σχεδόν τα χρώματα. Συνήθως βρίσκεται σε αδιάφανη μορφή. Ο Πλίνιος ανέφερε πολλές κατηγορίες αχάτη με διάφορα ονόματα, ιασπαχάτης, αιματαχάτης, κηραχάτης, σμαραγδαχάτης, δενδραχάτης και λευκαχάτης.
 Στη σημερινή εποχή οι διάφορες ποικιλίες του αχάτη, έχουν ομαδοποιηθεί στις παρακάτω κατηγορίες.
 Δενδρίτης ή βρυώδης αχάτης (Dendrite or moss agate). Λέγεται έτσι γιατί περιέχει κάποιες εγκλείσεις οι οποίες δημιουργούν σχηματισμούς φυτικούς, ή άλλους που θυμίζουν βρύα (moss). Τα βρύα (ή μούσκλα) είναι πολύ μικρά φυτά.
 Turritella agate. Ονομάστηκε έτσι από τα έγκλειστα απολιθώματα του όστρακου turritella που περιέχει. Τα απολιθώματα σχηματίζουν πολύ ωραία μοτίβα στην επιφάνεια του αχάτη.
  Ελληνικός αχάτης (Greek agate) Είναι μία μάλλον αδιάφορη ποιότητα αχάτη σε καφετί αποχρώσεις που βρίσκεται στην Σικελία. 
  Βραζιλιάνικος αχάτης (Brazilian agate) Συνήθως τον βρίσκουμε  στις αποχρώσεις του καφέ.Δημιουργεί καθαρά ευδιάκριτα σχήματα, με άσπρες και γκρι ραβδώσεις. Μπορεί εύκολα να χρωματιστεί τεχνητά, με εντυπωσιακά χρώματα.
  Μποτσουάνα (Botswana agate)Είναι ένας σκουρόχρωμος αχάτης με έντονες λεπτές άσπρες ραβδώσεις. Βρίσκεται στη Μποτσουάνα, στην Αφρική.  Μοιάζει πολύ (ή είναι) όνυχας.
  Οφθαλμοαχάτης (Eye agate) Αυτό το όνομα δίνεται σε αχάτη οποιασδήποτε ποικιλίας, που θα κοπεί και θα γυαλιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε στην επιφάνειά του να εμφανίζεται το σχήμα του ματιού. Οι αχάτες αυτοί είχαν σε παλαιότερες εποχές μεγάλη ζήτηση σαν φυλαχτά, γιατί θεωρείτο ότι εξουδετερώνουν την δύναμη από το «κακό μάτι»
  Λουλούδι του Αχάτη (Agate flower) Στην επιφάνεια του αχάτη δημιουργείται κάποιες φορές ένα σχήμα από ομόκεντρες καμπυλωτές γραμμές που μοιάζει με λουλούδι. Στην επιφάνεια αυτού του σχήματος υπάρχουν μικροσκοπικά κρυσταλλάκια χαλαζία , τα οποία ιριδίζουν. Συνήθως είναι στις αποχρώσεις του γκρι και ονομάζεται λουλούδι του αχάτη. Με άλλα λόγια, το λουλούδι του αχάτη είναι drusy, γκρι χρώματος, όπου ο αχάτης σχηματίζει ημικυκλικά μοτίβα που θυμίζουν λουλούδι.
  Αχάτης της φωτιάς (Fire agate)Θα μπορούσαμε να τον ονομάζαμε και πυραχάτη.  Η ποικιλία αυτή του αχάτη βρέθηκε τα τελευταία χρόνια στις νοτιοδυτικές πολιτείες των Η.Π.Α. και στο Μεξικό, και έχει εξελιχθεί στην πιο περιζήτητη και πιο ακριβή ποικιλία αχάτη για κατασκευή κοσμημάτων. Στην βοτρυοειδή επιφάνειά του εμφανίζεται ένας εντυπωσιακός ιριδισμός από κόκκινες, χρυσαφί και πράσινες αποχρώσεις. Το φαινόμενο αυτό δημιουργείται από κρυσταλλικές διατάξεις που υπάρχουν κάτω από την επιφάνεια του αχάτη. Οι κρύσταλλοι αυτοί σχηματίζουν επίπεδες πλάκες,  μέσα από τις οποίες περνάει το φως, διαθλάται και ιριδίζει. Οι καλή ποιότητα του αχάτη της φωτιάς μοιάζει με τον πολύ ακριβότερο μαύρο οπάλιο. Η επεξεργασία του υλικού αυτού πρέπει να γίνει από πολύ έμπειρο τεχνίτη, ώστε να μην απομακρυνθεί το επιφανειακό στρώμα κρυστάλλων που δημιουργεί τον ιριδισμό, και να προστατευτεί έτσι η ομορφιά του υλικού.
  Μερικές ακόμη ποικιλίες αχάτη,  είναι το  phantom agate (φάντασμα), μία αρκετά διάφανη ποικιλία με σκουρόχρωμα συννεφάκια, και enhydro agate (ένυδρο), όπου περιέχονται φυσαλίδες αερίου, ή σταγόνες νερού.  Υπάρχουν ακόμα αρκετές ονομασίες για  ποικιλίες αχάτη, λιγότερο γνωστές, και πιο σπάνιες. Αχάτης είναι  και ο όνυχας που περιγράφεται  ξεχωριστά..
                                                                
Σμαράγδι
  Σμαράγδι ονομάζεται  η πράσινη ποικιλία της βήρυλλου.
 Το όνομα σμάραγδος το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ( Θεόφραστος) και εννοούσαν τους πολύτιμους πράσινους λίθους. Πιθανή προέλευση της λέξης είναι η σανσκριτική λέξη samaraka ή η περσική zamarrad. Στη δύση πέρασε σαν «esmeralde” για να καταλήξει στο σημερινό emerald.
 Το σμαράγδι το γνώριζαν και το τιμούσαν πολλοί αρχαίοι πολιτισμοί. Τα αρχαιότερα ορυχεία βρίσκονταν στη Αίγυπτο κοντά στην Ερυθρά θάλασσα, και εξόρυσσαν για τους Φαραώ, από το 3000 π.Χ. έως το 1500 π.Χ. Αργότερα ήταν γνωστά σαν «Ορυχεία της Κλεοπάτρας». Οι Ίνκας και οι Αζτέκοι της Νοτίου Αμερικής (όπου διαχρονικά βρίσκονται τα καλύτερης ποιότητας σμαράγδια), τα χρησιμοποιούσαν για θρησκευτικούς σκοπούς. Στις Βέδες, τα  ιερά κείμενα των Ινδών, το σμαράγδι αναφέρεται σαν ο λίθος της τύχης και της καλής υγείας, Γι αυτό οι μαχαραγιάδες φρόντιζαν να έχουν πάντα στην κατοχή τους σμαράγδια. Ένα από αυτά, ο «Μεγάλος Μογγόλος» χρονολογείται από το 1695, ζυγίζει 217 καράτια, και έχει χαραγμένες στη μία όψη προσευχές και στην άλλη όψη ένα λουλούδι, πουλήθηκε το 2001 από τον οίκο Christie's του Λονδίνου, στην τιμή των 2,2 εκατομμυρίων δολαρίων.
  Γενικά τα διάσημα  σμαράγδια που κατείχαν άνακτες, αυτοκράτορες και σουλτάνοι βρίσκονται σήμερα σε μουσεία, όπως στα Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης, ή στο Τοπ Καπί της Κωνσταντινούπολης.
  Στη Βίβλο αναφέρεται σαν ο λίθος που αφαιρέθηκε από τον σατανά όταν εκδιώχθηκε από τον παράδεισο. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στο σμαραγδένιο δαχτυλίδι του Πολυκράτη, και στην σμαραγδένια στήλη του Ηρακλή, και τέλος ο Ρωμαίος Πλίνιος, αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Νέρων παρακολουθούσε τις μονομαχίες, με ένα σμαραγδένιο φακό.
  Το σμαράγδι  έχει χημικό τύπο Be3Al2(SiO3)6Cr, και σκληρότητα 7.5 – 8. Το εντυπωσιακό πράσινο χρώμα οφείλεται σε πρόσμιξη Cr2O3 (οξείδιο του χρωμίου). Η πρόσμιξη αυτή υπό προυποθέσεις συμβάλλει στη δημιουργία ρωγμών στα σμαράγδια. Ενίοτε  σαν πρόσμιξη στο σμαράγδι περιέχεται βανάδιο. Σμαράγδια σήμερα παράγονται στη Ζιμπάμπουε στα ορυχεία Sandawana. Τα σμαράγδια αυτά θεωρούνται από τα παλαιότερα ορυκτά του πλανήτη ηλικίας 2600 εκατομμυρίων ετών,  στη Βραζιλία στα ορυχεία Nova Era στην Ινδία, Ζάμπια, Πακιστάν και Μαδαγασκάρη. Τα κορυφαία παγκοσμίως και πανάκριβα σμαράγδια παράγονται στο ορυχείο Coscuez στην Κολομβία, από 60 άτομα προσωπικό σε συνθήκες υψίστης ασφαλείας. 
 Τα σμαράγδια συνήθως κόβονται σε μία παραλληλόγραμμη κοπή που έχει και το όνομα «emerald cut”, γιατί πιστεύεται ότι με αυτήν αναδεικνύονται καλύτερα το χρώμα και η λάμψη τους.  Συχνά τα σμαράγδια περιέχουν κάποιες εγκλείσεις οι οποίες όμως δεν είναι πάντα ανεπιθύμητες, γιατί δίνουν στους ειδικούς πληροφορίες για την καταγωγή της πέτρας και είναι στοιχεία της ταυτότητας και μοναδικότητας της. Οι απομιμήσεις, τα συνθετικά,  και τα τεχνητά επεξεργασμένα σμαράγδια είναι πολύ περισσότερα στην αγορά  από τα αληθινά. Γι’ αυτό πριν από την αγορά αληθινού σμαραγδιού, πρέπει να υπάρχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον πωλητή, ή πιστοποίηση  από αναγνωρισμένο γεμολογικό εργαστήριο.

                                                                                             

Ρουμπίνι
  Ρουμπίνι ονομάζεται το κορούνδιο που έχει κόκκινο χρώμα. Τα κορούνδια με άλλο χρώμα εκτός του κόκκινου, λέγονται ζαφείρια. Σε αρχαία κείμενα συναντάμε για το ρουμπίνι την ονομασία «σάπφειρος πορφυρίτης» ή ¨σάπφειρος πορφυρίζων» Το κόκκινο χρώμα προκαλείται από προσμίξεις χρωμίου. Υπάρχουν όμως και ρουμπίνια σε ροζ χρώμα, σκούρο κόκκινο και καφέ.
  Το όνομα του προέρχεται από την λατινική λέξη rubber, που θα πει κόκκινο. Το ρουμπίνι σαν κορούνδιο, έχει χημικό τύπο Al2O3 και σκληρότητα 9. Παράγεται στη Σρι Λάνκα, Τανζανία, Κένυα, Μαδαγασκάρη και Καμπότζη. Τα πιο διάσημα ρουμπίνια έχουν βρεθεί στην κοιλάδα Μογκούλ, στην Μυανμάρ (πρώην Βιρμανία). Το μοναδικό κόκκινο χρώμα των ρουμπινιών Μογκούλ περιγράφεται παραστατικά, σαν «αίμα τρυγονιού». Όλο και λιγότερα ρουμπίνια βρίσκονται πλέον στην περιοχή Μογκούλ, ενώ στο παιχνίδι έχουν μπει και άλλες περιοχές της Μυανμάρ, όπως η Μονκ Χσου, και η Ναμ Για.
  Τα ρουμπίνια συχνά έχουν εγκλείσεις και ατέλειες, τα οποία όμως αποτελούν στοιχεία της ταυτότητας τους, και διευκολύνουν το δύσκολο έργο της διάκρισης τους από τα συνθετικά. Μία συνηθισμένη έγκλειση, είναι τα χρυσαφί βελονάκια του ρουτιλίου, τα οποία όμως, αν υπάρχουν σε μεγάλη ποσότητα, τα απομακρύνουν τεχνητά, γιατί μειώνουν την διαφάνεια του ρουμπινιού. Σήμερα όλα σχεδόν τα ρουμπίνια έχουν υποστεί κάποια επεξεργασία για την ανάδειξη της ποιότητας τους. Κάποιες από αυτές τις επεξεργασίες θεωρούνται «αποδεκτές», όπως η χρωματική ενίσχυση που γίνεται με θέρμανση της ανεπεξέργαστης πέτρας στους 1800ο C. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν και άλλες δραστικές επεξεργασίες, όπως η λεγόμενη “lead glass” που μεταμορφώνει ρουμπίνια γεμάτα ατέλειες, σε κατάλληλα για κοσμήματα.
  Τα ρουμπίνια ενίοτε κόβονται με κοπή καμπουσόν, ιδίως όταν εμφανίζουν το φαινόμενο του αστερισμού το οποίο αναδεικνύεται σε καμπουσόν πέτρες.  . Ένα τέτοιο καμπουσόν ρουμπίνι βάρους 38 καρατίων, πουλήθηκε το 2006 σε δημοπρασία στο απίστευτο πόσο των 5.860.000 δολαρίων. Αυτά βέβαια αφορούν την διάφανη ποιότητα ρουμπινιού, γιατί η αδιάφανη έχει πολύ μικρή αξία. Το μεγαλύτερο επεξεργασμένο ρουμπίνι έχει το όνομα Ραβιράτνα, είναι 3600 καράτια, και ανήκει σε ένα μανιώδη συλλέκτη ρουμπινιών, τον δικηγόρο Vidyaraj από το Μπανκαλόρ της Ινδίας.
  Από το 1837 ήδη έχουν κατασκευαστεί συνθετικά ρουμπίνια. Όμως εδώ και χρόνια η ποιότητα των συνθετικών είναι τόσο τέλεια, που μόνον εξειδικευμένα γεμολογικά εργαστήρια μπορούν να τα διακρίνουν. Μεγάλη οπτική ομοιότητα με τα ρουμπίνια, έχουν κάποιες ποιότητες κόκκινου σπινέλιου, κόκκινης τουρμαλίνης (ρουμπελίτη), και πυρωπού γρανάτη.
                                                                                                          
Ζαφείρι
  Το κορούνδιο (Al2O3), είναι ένα ορυκτό που εμφανίζεται σε πολλά χρώματα. Το κορούνδιο που έχει κόκκινο χρώμα λέγεται ρουμπίνι. Όλές οι άλλες αποχρώσεις της πολύτιμης ποιότητας του κορούνδιου, ονομάζονται ζαφείρι. Έτσι έχουμε διάφανο ζαφείρι, το μπλε ζαφείρι που δημιουργείται από προσμίξεις σιδήρου και τιτανίου στο κορούνδιο, το μοβ που δημιουργείται από προσμίξεις βαναδίου, το ροζ από προσμίξεις χρωμίου. Τα πορτοκαλί – ροζ ζαφείρια έχουν μία ειδική ονομασία, λέγονται padparadscha. Τα padparadscha είναι μία ακριβή ποιότητα ζαφειριού, εξορύσσεται στη Σρι Λάνκα.H λέξη αυτή στην τοπική διάλεκτο, θα πει «λουλούδι του λωτού». Τελευταία έχουν εμφανιστεί στην αγορά padparadscha, όπου το χρώμα δεν είναι φυσικό, αλλά προέρχονται από ζαφείρια που έχουν υποστεί μία επεξεργασία που λέγεται "bulk diffusion". Λέγοντας σήμερα ζαφείρι, συνήθως εννοούμε το μπλε ζαφείρι. Τα υπόλοιπα χρώματα χαρακτηρίζονται «fancy”, δηλαδή φανταχτερά. 
  Η λέξη ζαφείρι προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη σάπφειρος. Στα κάποιες περιπτώσεις σε αρχαία κείμενα, αλλά και στην Βίβλο, η λέξη σάπφειρος, δεν αφορά την μπλε ποιότητα του κορούνδιου που εννοούμε στη σημερινή εποχή, αλλά αφορά άλλες μπλε πέτρες, και συνήθως το λάπις λάζουλι. Η αρχική προέλευση της λέξης είναι η λέξη της αρχαίας εβραϊκής γλώσσας «σπιρ», που θα πει «αυτός που χαράζει τα πάντα». Με δεδομένο πως την εποχή εκείνη δεν γνώριζαν το διαμάντι, το ζαφείρι ήταν η πέτρα που χάραζε όλες τις άλλες. Σημασιολογικά δηλαδή, η λέξη «σπιρ», έχει την ίδια έννοια με την λέξη αδάμας. Και οι δύο εννοούν το πιο σκληρό υλικό που υπάρχει. 
  Οι κύριες χώρες εξόρυξης του ζαφειριού, είναι η Σρι Λάνκα, η Μαδαγασκάρη, η Ταϊλάνδη, η Μυανμάρ, και η Αυστραλία. Κοιτάσματα υπάρχουν ακόμα σε Αφγανιστάν, Πακιστάν Ινδία, Τανζανία και Κένυα. Το ζαφείρι σαν κορούνδιο, έχει σκληρότητα 9, και κόβεται συνήθως με έδρες (ταγέ). Κάποια ζαφείρια κόβονται καμπουσόν ειδικά όταν παρουσιάζουν το φαινόμενο του αστερισμού. Όπως όλες οι  πέτρες έτσι και τα ζαφείρια επιδέχονται κάποιες επεξεργασίες για την ανάδειξη της ποιότητας τους, όπως για παράδειγμα  θέρμανση στους 1800 βαθμούς για ενίσχυση του χρώματος. Κάποιες από αυτές τις επεξεργασίες θεωρούνται αποδεκτές και κάποιες άλλες όχι. 
  Τα συνθετικά ζαφείρια εκτός από υποκατάστατα των αληθινών, χρησιμοποιούνται αντί για κρύσταλλα, σε συσκευές υψηλών απαιτήσεων, όπως στα ακριβά ρολόγια. Στην περίπτωση αυτή, το συνθετικό ζαφείρι είναι προτιμητέο σε σχέση με το γυαλί, γιατί  εξαιτίας της μεγάλης σκληρότητας του δεν χαράζεται,. Κάποια ζαφείρια μπορεί να παρουσιάζουν το φαινόμενο του Αλεξανδρίτη, δηλαδή να αλλάζει το χρώμα τους αναλόγως με το είδος και τη γωνία πρόσπτωσης του φωτός.
                                                                         
Διαμάντι
  ΙΣΤΟΡΙΑ
  Το πιο σκληρό υλικό στη φύση, και συγχρόνως το πιο ακριβό και το πιο δημοφιλές. Το όνομα διαμάντι-diamond προέρχεται από την Ελληνική λέξη αδάμας δηλαδή αδάμαστος, γιατί λόγω της σκληρότητάς του δεν μπορούσε να υποστεί καμία κατεργασία.
  Η σύγχρονη ιστορία του διαμαντιού αρχίζει το 1456, όταν ο Louis Berquen ανακαλύπτει ότι μπορούμε να επεξεργαστούμε το διαμάντι, χρησιμοποιώντας την ίδια του την σκόνη, και να μετασχηματίσουμε τα ακανόνιστα κρύσταλλα σε κανονικά ακτινοβόλα πολύεδρα. Οι μαθητές του Berquen εξαπλώθηκαν στις Ευρωπαϊκές πόλεις και κυρίως στο Άμστερνταμ και την Αμβέρσα και τις κατέστησαν το κέντρο της μετέπειτα ανθούσας βιομηχανίας της επεξεργασίας των διαμαντιών. Πολλές κοπές των διαμαντιών έχουν δοκιμαστεί από το 1456 και μετά. Ή πιο πετυχημένη διαχρονικά κοπή είναι η κοπή μπριγιάν που πρότεινε το 1919 ο Marcel Tolkowski. Τα μπριγιάν (στιλβαδάμαντες ή αμφίεδροι αδάμαντες) είναι έκτοτε ο κυρίαρχος τύπος κοπής των διαμαντιών. Η έκρηξη στη ζήτηση του διαμαντιού συνέβη στο τέλος του 19ου αιώνα και μετά, όπου βελτιώθηκε πολύ η ικανότητα των τεχνιτών για περίτεχνες κοπές με εντυπωσιακά αποτελέσματα, αλλά και τις μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες των εταιριών εξόρυξης και κοπής.
     ΟΡΥΚΤΟΛΟΓΙΑ 
  Η σύσταση του διαμαντιού είναι από καθαρό άνθρακα, όπως π.χ. και του κοινότατου γραφίτη στα μολύβια μας. Κατά το στάδιο της δημιουργίας όμως των διαμαντιών, πριν από περίπου 2,5 δισεκατομμύρια χρόνια συνυπήρξαν οι σπάνιες συνθήκες της πολύ υψηλής πίεσης με τις πολύ μεγάλες θερμοκρασίας ώστε ο άνθρακας να μετατραπεί σε διαμάντι. Η σκληρότητα του είναι 10 στην κλίμακα Μο, η μεγαλύτερη που υπάρχει στη φύση. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένα υλικό να χαράζει το διαμάντι, οπότε το διαμάντι παραμένει αναλλοίωτο ( Μία ακόμα σημασία της φράσης : Diamonds are forever). Παρά την σκληρότητα του είναι εύθραυστο, σπάζει εύκολα δηλαδή αν πέσει ή αν χτυπηθεί, ειδικά υπό κάποιες διευθύνσεις.Τα χρώματα που το συναντάμε στη φύση είναι άχρωμο, κιτρινωπό ανοιχτό καφέ ή γκρι.

     ΓΕΜΟΛΟΓΙΑ
 Για να περιγράψει  πλήρως ένα διαμάντι ένας ειδικός γεμολόγος αρκούν 4 χαρακτηριστικά του, που το προσδιορίζουν και καθορίζουν την αξία του.
 1ο C) Βάρος –Carat:Το βάρος της πέτρας σε καράτια. Όσο μεγαλύτερη είναι η πέτρα ανεβαίνει και η τιμή ανά καράτι, λόγω της σπανιότητας των μεγάλων πετρών. Όταν λέμε «συνολικό βάρος σε καράτια» για ένα κόσμημα, εννοούμε το βάρος συνολικά όλων των διαμαντιών που υπάρχουν στο κόσμημα.
 2o C)Καθαρότητα- Clarity : Με τον όρο αυτό περιγράφουμε την ποιότητα του εσωτερικού της πέτρας. Συγκεκριμένα, ο εκτιμητής χρησιμοποιώντας φακό μεγέθυνσης Χ10 βαθμολογεί το διαμάντι, για εγκλείσεις, ρωγμές, στίγματα, συννεφάκια, και οποιαδήποτε ατέλεια μπορεί να υποβαθμίσει την ποιότητα της πέτρας. Οι 10 διαβαθμίσεις της κλίμακας καθαρότητας που έχει καθορίσει το GIA είναι :

IF -Internally FlawlessΑπολύτως καθαρό. Δεν φαίνεται το παραμικρό στίγμα με τον φακό.
 VVS1- Very Very-Slightly-Imperfect. (1)Έχει ένα απειροελάχιστο σημαδάκι μόλις
ορατό με τον φακό.
 VVS2-Very-Very-Slightly- Imperfect (2)To σημαδάκι είναι λιγάκι μεγαλύτερο
 VS1-Very Slightly Imperfect (1)Υπάρχει κάποια ατέλεια σχεδόν αόρατη με γυμνό μάτι.
 VS2- Very Slightly-Imperfect (2) Ατέλεια δύσκολα ορατή με γυμνό μάτι.
 SI1-Slightly Imperfect (1) Μεγαλύτερης έκτασης ατέλειες, δύσκολα ορατές με γυμνό μάτι.
 SI2-Slightly Imperfect (2) Ακόμα μεγαλύτερες ατέλειες, ορατές μόνον υπό κάποια γωνία.
 I1-Imperfect(1) Ατέλειες ορατές με γυμνό μάτι
 I2-Imperfect (2) Ατέλειες εύκολα ορατές με γυμνό μάτι.
 I3-Imperfect (3) Πολλές ορατές ατέλειες.
  3ο C) Χρώμα-Color. Το πιο δημοφιλές και πιο ακριβό είναι το απολύτως άχρωμο διαμάντι. Όσο πιο πολύ σκούρο είναι ένα διαμάντι τόσο θεωρείται κατώτερης ποιότητας. Το GIA έχει καταρτίσει ένα κατάλογο για την κατάταξη των διαμαντιών με βάση το χρώμα.
D-E: Απολύτως άχρωμα.
F-I : Είναι άχρωμα για τον μη ειδικό.
J-L: Μικρά ίχνη χρώματος εμφανίζονται.
M-Z: Συνολικά βγάζει μία κιτρινωπή απόχρωση.
Τα διαμάντια που έχουν άλλα χρώματα, μπλε, ροζ, κ.λ.π. δεν υπάγονται σε αυτή την κατάταξη. Ονομάζονται Fancy (φανταχτερά), και αν το χρώμα τους είναι φυσικό, είναι σπανιότατα και πολύ ακριβά. Συνήθως όμως τα Fancy είναι κάποια διαμάντια με μέτρια απόχρωση, που γίνεται τεχνητός χρωματισμός με laser για να αυξηθεί η εμπορικότητα τους.
  4ο C)Κοπή-Cut: Από τα 4 χαρακτηριστικά του διαμαντιού, η κοπή, έχει την μεγαλύτερη δυσκολία για να βαθμολογηθεί, από τον εκτιμητή. Πρέπει δηλαδή να προσδιορίσει ο ειδικός, κατά πόσον ακολουθήθηκαν οι αυστηρές μαθηματικές προδιαγραφές που χαρακτηρίζουν μία κοπή σαν «ιδανική» ή «εξαιρετική» κλπ. Οι γωνίες που θα σχηματίζουν οι έδρες μεταξύ τους, ο αριθμός των εδρών, το ύψος του στέμματος, το ύψος του κώνου, και πολλές άλλες αναλογίες μεταξύ των διαστάσεων προσδιορίζουν τον χαρακτηρισμό της κοπής. Οι αναλογίες αυτές περιγράφηκαν από τον Tolkowski , και αν ακολουθηθούν επακριβώς δίνουν την μέγιστη αντανάκλαση του φωτός μέσα από το διαμάντι, και την μέγιστη λαμπρότητα του. Επειδή η αγορά δίνει μεγάλη σημασία στα καράτια, και δεδομένου ότι με την κοπή μπριγιάν υπάρχει μεγάλη σπατάλη υλικού, πολλές φορές τα διαμάντια δεν κόβονται στις καθορισμένες αναλογίες ώστε να υπάρχει όφελος στο βάρος έχοντας με αυτό τον τρόπο απώλεια στη λάμψη. Συχνά μπερδεύουμε τον όρο «κοπή» , με το «σχήμα» της πέτρας .Σαν στάνταρ σχήμα θεωρείται το στρογγυλό σχήμα με κοπή μπριγιάν Τα υπόλοιπα σχήματα λέγονται Fancy (φανταχτερά) , και είναι η μπαγκέτα (baguette) καρδιά (heart), σταγόνα (pear), briolette, princess, marquise κ.α.
    ΔΙΑΣΗΜΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ 
  1) Cullinan . Το μεγαλύτερο διαμάντι που έχει βρεθεί ποτέ. Ακατέργαστο ζύγιζε 3.106 καράτια Βρέθηκε το 1905 στη νότια Αφρική, και πήρε το όνομα του από τον ιδιοκτήτη του ορυχείου όπου βρέθηκε. Το δώρισαν στον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο τον VII, για τα γενέθλιά του το 1907. Κόπηκε σε πολλά μεγάλα και εντυπωσιακά μπριγιάν, το   Cullinan  I, 530 καράτια, το μεγαλύτερο επεξεργασμένο διαμάντι που υπάρχει και στολίζει την κορυφή του Αγγλικού στέμματος, το Cullinan  II ,317 καράτια, και πολλά ακόμη. 
 2) Excelsior. Βρέθηκε από έναν εργάτη το 1893, στα ορυχεία της De Beers στη νότια Αφρική. Κόπηκε το 1904 στο Άμστερνταμ σε 21 μπριγιάν.
  3) Ορλώφ . Ζύγιζε 193 καράτια και βρισκόταν στο σκήπτρο του τσάρου της Ρωσίας.
                                                                        





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου